Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

«Για μια βασική ελληνική δισκοθήκη» Δέκα χρόνια πριν...


Κάποτε (το 2000), από κάποιο έντυπο μου είχε ζητηθεί ένα αφιέρωμα για μια βασική ελληνική δισκοθήκη, τα "ων ουκ άνευ" της ελληνικής μουσικής, τι μου είχε ζητηθεί δηλαδή, εγώ το πρότεινα και με το ζόρι το δέχτηκαν γιατί το "έντυπο" ήταν ψιλογάμησέ τα. Εγώ τα έγραφα, εγώ τα διάβαζα... Πήρα κι εγώ σβάρνα τις εταιρίες και ζήταγα εξώφυλλα, είχα και αρκετούς δίσκους, πήγα τους φωτογράφισα και έβαλα στη σειρά καμιά σαρανταριά δίσκους, πιο πολλοί δεν χωρούσαν. Επειδή υποτίθεται πως το αφιέρωμα απευθύνονταν σ' όλους τους Έλληνες, έβαλα και πράγματα που δεν μ' αρέσουν ιδιαίτερα όπως π.χ. ο Χιώτης, ενώ δεν έβαλα άλλα βασικά, όπως π.χ. τα Σμυρναίικα, τα περισσότερα πάντως μ' αρέσουν. Επίσης, αν ξανάκανα κάτι τέτοιο, με περισσότερο χώρο και πιο εξειδικευμένα, το αποτέλεσμα θα ήταν τελείως διαφορετικό και πολύ πιο πλούσιο...

«Για μια βασική ελληνική δισκοθήκη»
Κάτι το millennium, κάτι το νέο έντυπο, η νέα εκατονταετία στρέφει το πρόσωπό της στην παλιά και της ζητάει το λογαριασμό. Για να ξέρουμε πού βαδίζουμε πρέπει να ξέρουμε τι έχουμε, ποια είναι τα δεδομένα, οι βάσεις μας... κι έτσι βαλθήκαμε να κάνουμε αφιέρωμα σε μια βασική ελληνική δισκοθήκη. Το εγχείρημα, τελικά, αποδείχτηκε δειγματοληπτικό και άκρως ενδεικτικό, γιατί πώς να χωρέσουν οι κορυφές, έστω, της ελληνικής μουσικής σε 30 - 40 δίσκους, δεδομένου ότι ξεκινά κανείς απ’ τα παραδοσιακά και καταλήγει στο ελληνικό ροκ και τις νέες τάσεις; Για το ρεμπέτικο π.χ. περιορισθήκαμε στον Μάρκο μαζί με κάποιες αναφορές, γιατί αλλιώς μόνο για το συγκεκριμένο θέμα θα θέλαμε βιβλίο... Έτσι μπορεί να το πάρει κανείς όπως θέλει: σαν βασική ελληνική δισκοθήκη, που σηκώνει όμως πολύ νερό και διεύρυνση λαβαίνοντας υπ’ όψιν και τα προσωπικά γούστα του καθενός, σαν ιστορικό οδοιπορικό σε δίσκους και μουσικές σταθμούς, ή σαν απλή αναφορά σε κάποιες φωτεινές στιγμές του συλλογικού εαυτού μας...

Δίσκοι του «Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής»

Τι θα κάναμε χωρίς τους «Δον Κιχώτες»; Χωρίς τους παθιασμένους και «ένθεους» οραματιστές; Ο Σίμων Καράς στόχευσε το ανέφικτο και πέτυχε το μέγιστο. Σαν το μυρμήγκι μάζεψε τους θησαυρούς, τα πολυτιμότερα κομμάτια της χαμένης ψυχής μας από κάθε γωνιά της Ελλάδας και μας τα πρόσφερε. Αφιέρωσε τη ζωή του στην αναστήλωση της «εθνικής μουσικής», της δημοτικής, αλλά και της βυζαντινής, και πέτυχε τόσα πολλά αφήνοντας πίσω του πανάξιους συνεχιστές. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως αν δεν υπήρχε ο Σίμων Καράς και ο σύλλογός του, σήμερα θα ξέραμε πολύ λιγότερα για την παραδοσιακή μας μουσική και ίσως στις εκκλησιές να ψέλναμε «ευρωπαϊκά». Αποκτήστε όλους τους δίσκους του «Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής».

Δόμνα Σαμίου: Έχε γεια Παναγιά

Ξυπνήστε μια Κυριακή, κατά προτίμηση ηλιόλουστη, καθίστε κοντά στο παράθυρο και ακούστε το δίσκο της Δόμνας. Η Δόμνα Σαμίου, μαθήτρια κι αυτή του Σίμωνα Καρά και κορυφαία ερμηνεύτρια -όπως και ερευνήτρια- έχει αφήσει έργο ανεκτίμητο. Με βυζαντινή ακρίβεια και φωνή που «σκοτώνει» σε τραγούδια από την Ήπειρο, τη Θράκη και τον Πόντο ως τη Ρούμελη, τη Μικρά Ασία, το Αιγαίο και την Κρήτη (όπως το «Γιάννη μου το μαντήλι σου», «Ρούσα παπαδιά», «Όσο βαρούν τα σίδερα», «Έχε γεια παναγιά»), σε ερμηνείες που το βαρύ και εσωτερικό διαδέχεται το πεταχτό και αλέγκρο και το ερωτικό, το πένθιμο και σπαρακτικό. Ένας δίσκος σταθμός για τη Δόμνα Σαμίου.


Κονιτόπουλοι: Θάλασσα και παράδοση με το Κονιτοπουλέικο.

Πρέπει να βρεθεί κανείς στο Αιγαίο και δη σε βάρκα απ’ αυτές με το μεγάφωνο που παίζουν νησιώτικα μεσοπέλαγα, μέσα σε κείνη την κρυστάλλινη θεϊκή διαύγεια, να δει πώς το βιολί πατάει ακριβώς πάνω στο λίκνισμα των κυμάτων, να δει πως συνθέτης και μαέστρος στα νησιώτικα τραγούδια είναι ο ίδιος ο Φοίβος, να δει μπροστά του τις σειρήνες να του παίζουνε τσαμπούνες για να τον ξεμυαλίσουν, και τέλος, ν’ ακούσει τα «νησιώτικα» από τους φυσικούς και αυθεντικούς εκφραστές τους σαν την Ειρήνη Κονιτοπούλου, με τον παλιό ελληνικό τρόπο στην εκτέλεση και την ερμηνεία, για να καταλάβει πόσο κρίμα είναι οι περισσότεροι Έλληνες να γνωρίζουν το είδος μόνο μέσα απ’ την επιφανειακή, εμπορική και εύπεπτη εκδοχή του Πάριου...

Κώστας Μουντάκης: «Αφιέρωμα στον μεγάλο Κρητικό»

Αν βρεθεί κανείς έστω και μια φορά σε γάμο ή πανηγύρι στην Κρήτη, ακούσει τον ηδονικό ήχο της λύρας, γευθεί την τοπική διάλεκτο και δονηθεί με τους χορούς και τα τραγούδια του τόπου που γέννησε το Δία, το πιθανότερο είναι πως θα κολλήσει. Αυτά τα πράγματα μαγνητίζουν και εγκλωβίζουν για πάντα τον ακροατή και κοινωνό τους. Αν θα έπρεπε να προτείνουμε κάτι απ’ την κρητική μουσική, τι άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός απ’ το μεγάλο δάσκαλο Κώστα Μουντάκη; Επιπροσθέτως ψάξτε για τους δίσκους των πρωτομαστόρων της Κρήτης, Μπαξεβάνη, Ροδινό, Φουσταλιεράκη, Σκορδαλό και οπωσδήποτε ανακαλύψτε (όσοι δεν τον ξέρετε) το δημιουργικό συνεχιστή αυτής της παράδοσης, Ψαραντώνη (ή Αντώνη Ξυλούρη...).

Παραδοσιακά τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στις ΗΠΑ τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα

Α! εδώ έχουμε φοβερά πράγματα... «Χάρη» στις συνθήκες πείνας και ανέχειας που έδερναν τον ελλαδικό χώρο στις αρχές του αιώνα, κάτι τύποι μετανάστευσαν στις ΗΠΑ μεταφέροντας μαζί τους λίγα συμπράγκαλα και βέβαια, τα τραγούδια τους. Εκεί βρήκαν διάφορες δουλειές που... αρμόζουν σε μετανάστες, αλλά βρήκαν και κάτι άλλο: τεχνολογία και εταιρείες κοπής δίσκων. Και εγένετο φως! Η ιστορική σύγκλιση και συνάντηση του ύστερου δημοτικού με το πρώιμο ρεμπέτικο, κατεγράφη στους αμερικανικούς δίσκους της εποχής. «Ανώνυμη» κυρίως δημιουργία, με κομμάτια-διαμάντια κάθε θεματολογίας και προέλευσης, όπως ο «Ντόκτορ», η «Υπόγα», το «Αρμενάκι», το «Κάηκε κι’ ένα σχολείο»... Μια συλλογή εκ των «ων ουκ άνευ» σε μια βασική ελληνική δισκοθήκη.

«Αφιέρωμα στο Μάρκο Βαμβακάρη»

Μια βραχνή, αδρή, δωρική και με μια κρυφή θλίψη φωνή, σκίζει την Ελλάδα του μεσοπολέμου και αργότερα τ’ αυτιά και τις ψυχές μας. «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Αντιλαλούν οι φυλακές», «Σύρα μου», «Το διαζύγιο», «Φραγκοσυριανή». Οι τίτλοι πέφτουν σαν ογκόλιθοι, είναι ο Μάρκος, ο πατριάρχης, η πιο γλυκιά πενιά, η αρχή του παντός... Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες και γενικά για το ρεμπέτικο, απλά ο Μάρκος το εμπερικλείει. Ο δίσκος είναι ενδεικτικός, υπάρχουν πολλοί, υπάρχουν και οι δίσκοι των άλλων μεγάλων, της θρυλικής «τετράδας της ξακουστής του Πειραιώς», του Μπάτη, του Δελιά, του Στράτου, αλλά και του Χατζηχρίστου, του Γιοβάν Τσαούς. Υπάρχουν, υπήρξαν, άρθρωσαν λόγο και τραγούδησαν αφήνοντάς μας άναυδους και έκπληκτους στα μαύρα μας τα χάλια...

Βασίλης Τσιτσάνης: 40 χρόνια Τσιτσάνης

Τώρα δηλαδή τι να πούμε για τον Βασίλη Τσιτσάνη! Απλά θα αναφέρουμε πως τον θεωρούμε έναν απ’ τους μεγαλύτερους συνθέτες του αιώνα ανεξαρτήτως είδους και χώρας... Αυτός ο μυστηριώδης Θεσσαλός ήρθε σαν κομήτης και άλλαξε το σύμπαν! Άφησε έργο που δεν νομίζουμε να ξεπεραστεί, τραγούδια που βρίσκονται σε καθενός το στόμα και γεφύρωσε όλη τη μαγκιά και ουσία του Ρεμπέτικου με το λαό και την μεγάλη αποδοχή. Κατέστησε ένα τραγούδι απύθμενης θλίψης, τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», ύμνο της Ελλάδας και τα τραγούδια του είναι σαν να ήταν πάντα εκεί με την τελειότητα και αμεσότητα των πραγμάτων που δεν «κατασκευάστηκαν» ποτέ, αλλά σμιλεύτηκαν μέσα στους αιώνες. Ο δίσκος είναι μια καλή συλλογή, παρότι υπάρχουν πάρα πολλοί, όπως και το CD Box 5 δίσκων με τα άπαντα, αν και δεν νομίζουμε να υπάρχει σπίτι στην Ελλάδα που να μην έχει κάτι από Τσιτσάνη...

Σωτηρία Μπέλου: «Τα ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλου»

Προσπαθήστε να ορίσετε την τραγουδίστρια... Αυτόματα έρχεται στο νου σας το «πακέτο», η εικόνα. Η γυναίκα, το ντύσιμο, το στυλ, η γοητεία, το σεξ απήλ και... η φωνή. Τώρα προς και για την εξόρυξη του ουσιώδους, αρχίστε να αφαιρείτε, ώσπου πάνω και πέρα απ’ όλα τα παρελκυόμενα να μείνει το καθαρό οινόπνευμα, δηλαδή η φωνή, το ζητούμενο, το πρώτο όργανο, η Σωτηρία Μπέλου. Είναι κάτι σαν ήχος από μεταλλικό βιολοντσέλο, κάτι σαν υπερκόσμιο ζεϊμπέκικο, ένα καθαρό και τρομακτικό συνάμα συναίσθημα που μας χτυπάει και ταξιδεύει προς τ’ άστρα...


«Η Μαρίκα Νίνου στου Τζίμη του Χοντρού»

Ήταν μια συνηθισμένη βραδιά του ’55 για τη Μαρίκα Νίνου και τον Βασίλη Τσιτσάνη, μια ακόμα βραδιά στο κέντρο του «Τζίμη του Χοντρού», εκεί στην Αχαρνών. Ο κόσμος γούσταρε και πέρναγε καλά ακούγοντας τα σουξέ της εποχής: τη «Γκιουλμπαχάρ», τα «Λερωμένα τ’ άπλυτα», τα «Μάνταλα», αμανέδες... Εκείνο το βράδυ ένας θαμώνας του μαγαζιού, κουβαλώντας μαζί του ένα περίεργο πράγμα, πήγε και τ’ ακούμπησε κοντά στην πίστα. Ήταν ένα μαγνητόφωνο... και κάπως έτσι ο άγνωστος ερασιτέχνης ηχολήπτης μας δώρισε τη μοναδική ζωντανή μαρτυρία, το μοναδικό «λάιβ» μέχρι εκείνη την εποχή, για το πώς ακούγονταν αυτά τα πράγματα εκτός δίσκου. Του χρωστάμε ευγνωμοσύνη.

Μανώλης Χιώτης: «30 χρόνια Χιώτης»

Δεν ξέρουμε αν όντως πρώτος ο Χιώτης κατασκεύασε το πρώτο τετράχορδο μπουζούκι, το σίγουρο είναι όμως πως αυτός το καθιέρωσε, αλλάζοντας την ιστορία του οργάνου και του λαϊκού τραγουδιού για πάντα. Θέτοντας αξεπέραστα στάνταρ δεξιοτεχνίας εισάγει καινά δαιμόνια στην ελληνική μουσική, διατηρώντας ταυτόχρονα τις ρεμπέτικες καταβολές του, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στα τραγούδια του που κάποια είναι πολύ κοντά στα παλαιά πρότυπα, ενώ άλλα επηρεασμένα από το λατινοαμερικάνικο μάμπο και άλλους μοντέρνους ρυθμούς και ενορχηστρώσεις της εποχής, χαρακτηρίζουν τον Χιώτη που όλοι γνωρίζουμε, κατατάσσοντάς τον -παρά τις όποιες αντιρρήσεις για τις καινοτομίες του- στους μεγάλους της ελληνικής μουσικής.

Απόστολος Καλδάρας: 30 χρόνια Καλδάρας

Μετά το πρώτο μισόκιλο όλα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο στην ταβέρνα. Μια γλύκα σου παίρνει την καρδιά, το μυαλό φεύγει, η παρέα καλή και από κάπου ακούγεται Καλδάρας: «Φέρτε μια κούπα με κρασί», «Μου σπάσανε το μπαγλαμά», «Στ’ Αποστόλη το κουτούκι», «Μην περιμένεις πια», «Συ μου χάραξες πορεία». Θέλετε κι’ άλλα; Αν ο Καλδάρας δεν είναι ο ορισμός του «λαϊκού», τότε τι είναι;

Άκης Πάνου: Τα μεγάλα τραγούδια

Τι θα μπορούσε να είναι ο καλλιτέχνης παρά ένα άτομο ευφάνταστο, ψυχικά πληθωρικό, με πάθη, εμμονές, με στιγμές μεγαλειώδεις, αλλά και χαμηλές και με πολύ πολύ πόνο; Τι θα μπορούσε να είναι ο Άκης Πάνου; Όταν τον ανακαλύψαμε κολλήσαμε... Οργώναμε τα βινύλια τις νύχτες (στον Άκη Πάνου αρμόζουν οι νύχτες) με τα τραγούδια του, όπως αυτός όργωνε τις ψυχές μας. Έτσι γίνεται με τα αληθινά πράγματα... Μη σας αποπροσανατολίζουν οι, πολλές φορές, άστοχες, πομπώδεις ενορχηστρώσεις του. Ακούστε το «Δώσ’ μου να πιω» και το «Ήταν ψεύτικα», νύχτα, πιωμένοι και απελπισμένοι. Έχετε μπροστά σας τον μεγαλύτερο εν ζωή (για πόσο ακόμα;) λαϊκό συνθέτη.

Στέλιος Καζαντζίδης: «3»

Ενδεικτικά αναφέρουμε το ιστορικό «3» με τα θρυλικά «Μαντουμπάλα», «Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή», «Υπάρχουν και καλά παιδιά», «Μια παλιά ιστορία», για να δηλώσουμε το αυταπόδεικτο, πως δηλαδή ο Στέλιος Καζαντζίδης, (μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση) είναι μακράν η μεγαλύτερη φωνή αυτού του τόπου και αυτού του αιώνα. Όσο για τη λαϊκή αποδοχή... ρωτήστε το λαό που ορκίζεται στο όνομά του και τον έχει κάνει εικόνισμα. (Κυριολεκτικά... βλέπαμε παλιά στα σπίτια φωτογραφίες του «Στελάρα» στα σκρίνια!). Δεν νομίζουμε πως άλλος ερμηνευτής έχει γνωρίσει τη λατρεία που γνώρισε ο Καζαντζίδης και δίκαια κατέχει, παρ’ όλες τις παραξενιές του και τις αντιρρήσεις για το «ηττοπαθές» της τάσης που εξέφρασε, την κορυφή του ερ-μηνευτικού βάθρου της χώρας.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης: «Η Ελλάδα του Γρηγόρη»

Αν ο Καζαντζίδης απευθύνεται κυρίως στο συναίσθημα κάνοντας τα δάκρυα να τρέχουν και τα πλήθη να παραληρούν, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μας μεταφέρει όλη τη δωρική, «όρθια» και αδρή στάση του ρεμπέτικου με μια φωνή που έγραψε τη δική της ιστορία και τοποθετείται μαζί με δυο τρεις άλλους στο ψηλότερο ερμηνευτικό επίπεδο του λαϊκού τραγουδιού, κάνοντας κάτι σημερινούς να ωχριούν. Η συλλογή περιέχει πολύ καλά κομμάτια, αποφεύγοντας κάποια άλλα άστοχα και μικρά για την ιστορία και το μέγεθος του Γρηγόρη Μπιθικώτση...

Μίκης Θεοδωράκης: «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη.

Δεν χρειάζονται συστάσεις. Σε μια συνάντηση γιγάντων, το 1960 ο μεγάλος Έλληνας ποιητής συναντά το μεγάλο Έλληνα συνθέτη και με ένα «θεϊκό» Γρηγόρη Μπιθικώτση, γεννιέται το διασημότερο έργο του Μίκη, το «Άξιον Εστί». Έστω και αν βαρεθήκαμε (και δικαίως), ν’ ακούμε «Ένα το χελιδόνι» και «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» από τους κάπηλους των μαζικών πολιτικών συγκεντρώσεων, το «Άξιον Εστί» παραμένει και θα παραμένει σημείο αναφοράς για τον Μίκη και τη χώρα.

Μάνου Χατζιδάκι: «Ο μεγάλος Ερωτικός»

Ίσως το καλύτερο και πληρέστερο έργο του Μάνου Χατζιδάκι, που γράφτηκε από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1972. Μια σειρά από κορυφαία μελοποιημένα ποιήματα και κείμενα για τον έρωτα, που αρχίζοντας με «Την Πρώτη Σταγόνα της Βροχής» του Οδυσσέα Ελύτη και μέσα από συγκλονιστικές δημιουργίες σαν το «Κέλομαί σε Γογγύλα» της Σαπφούς, και το «Έρωτα εσύ» από τη Μήδεια του Ευριπίδη, καταλήγουν στο εξαίσιο «Κραταιά ως θάνατος αγάπη» από το Άσμα Ασμάτων του Σολομώντος. Σ’ αυτό το μνημειώδες έργο η μουσική, όπως και ο έρωτας, δεν προσεγγίζονται καθόλου εύκολα και επιφανειακά αλλά με βαθύτητα, πληρότητα και θρησκευτι-κή ευλάβεια: «...κάτι σαν τους εσπερινούς Αγίων σ’ ερημοκκλήσια μακρινά με τη συμμετοχή φανταστικών αγγέλων, εραστών και εφήβων». Ένας διαχρονικός και μαγικός δίσκος.

Γιάννης Μαρκόπουλος - Νίκος Ξυλούρης: «Ιθαγένεια»

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος με την «Ιθαγένεια» του ’72 σε ποίηση Κ.Χ. Μύρη μας παραδίδει ένα θαυμάσιο έργο μιλώντας μας για την Ελλάδα. Με προεξάρχουσα την κρητική λύρα και τη φωνή του ανεπανάληπτου Νίκου Ξυλούρη και της Μέμης Σπυράτου, συνθέτει έναν κύκλο εκπληκτικών τραγουδιών πάνω σε βασικές αξίες, γεγονότα και θρύλους αυτού του τόπου. Αν και ο δίσκος έχει πάψει να κυκλοφορεί (αλλά κάτι ακούγεται για επανέκδοση) θυμίζουμε μερικά απ’ αυτά: «Γεννήθηκα», «Χίλια μύρια κύματα», «Παλληκαρού», «Ακούς να λένε στα χωριά». Ένας δίσκος κόσμημα.

Γιώργος Ζαμπέτας: «Ο πιο καλός ο μαθητής»

Τα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα τα χαρακτηρίζει απεριόριστη λυρικότητα και συναισθηματική αμεσότητα. Υπήρξε μεγάλος συνθέτης και άριστος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, που απ’ το 1952 έως το τέλος του, και χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ τη ζωογόνο πλάκα του, μας πρόσφερε κομμάτια άφθαστης ευαισθησίας όπως τα: «Κοντά στα ξημερώματα», «Με τον βοριά», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» και διδάσκει σε πολλούς για το πώς γράφονται τα καλά τραγούδια, γιατί όπως θα έλεγε κι’ ο ίδιος: «Τα εκατομμύρια δεν μπορούν να βγάλουνε ψυχούλα...»

«Ο Στράτος Διονυσίου τραγουδάει Άκη Πάνου»

Ο Στράτος... του «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» και του «Να είχα το κουράγιο» και «Του κόσμου το περίγελο». Ο τραγουδιστής θρύλος με τη βαριά «σπηλαιώδη» λαϊκή φωνή, γνώρισε όλη την αγάπη και την αποδοχή του κόσμου και ελπίζουμε να έφυγε ευχαριστημένος... Εδώ σε τραγούδια του άλλου τελευταίου μεγάλου, του Άκη Πάνου. Καταπληκτικός συνδυασμός, δεν βρίσκετε;

Διονύση Σαββόπουλου: «Φορτηγό» (66)

Με το «Φορτηγό» του ο Σαββόπουλος εισβάλλει στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας και αλλάζει το χάρτη. Ο «Έλληνας Ντίλαν» εισάγει το στυλ του «τροβαδούρου» και τη βραχνή φωνή του σε μια Ελλάδα που παραπαίει υπνωτισμένη εν μέσω χούντας, με τα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τα άσματα του Βοσκόπουλου, του Πάριου, του Νταλάρα, του Καλατζή και του Γιάννη Βογιατζή και δεν είναι τυχαίο πως τότε οι μεγάλες μάζες τον έλεγαν τρελό. Ταυτόχρονα συνδέει την Ελλάδα με τους διεθνείς προβληματισμούς (Βιετνάμ - Χιπισμός κλπ.) και ηγείται από τότε του μπολιάσματος της ελληνικής μουσικής με τα διεθνή ρεύματα της ψυχεδέλειας και του ροκ, (Το περιβόλι του τρελού - Μπάλος - Βρώμικο ψωμί) με ιδιοφυή τρόπο. Είναι η εποχή της αγωνίας, της μεγάλης δημιουργικότητας και της μεγάλης έμπνευσης του Διονύση, που σταδιακά και μέσα από αριστουργήματα σαν τη «Ρεζέρβα» και τα «Τραπεζάκια έξω», εξέπνευσε αφήνοντας στη θέση της τον σημερινό «ήρεμο», «ευχαριστημένο» και «εθνικό» Σαββόπουλο. Αλλά τελικά ίσως να μη γίνεται κι αλλιώς...


Απόστολου Καλδάρα: «Μικρά Ασία»

Ένας «ιστορικός» δίσκος που σφράγισε τις μνήμες μας εκεί στα 1972. Είναι το έργο του Απόστολου Καλδάρα για τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και προπομπός (α-πό τότε) της όποιας συμφιλίωσης των δύο λαών (εσύ Χριστό κι’ εγώ Αλλάχ κλπ.). Ακόμα το γεγονός πως τη «Μικρά Ασία» ερμηνεύουν στα πρώτα τους βήματα ο Γιώργος Νταλάρας και η Χάρις Αλεξίου -δύο πρόσωπα που συνεχίζουν κοντά 30 (!) χρόνια τώρα να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας- καθιστά τη «Μι-κρά Ασία» σταθμό για την ελληνική δισκογραφία.

Σταύρου Κουγιουμτζή: «Νάτανε το 21»

Δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί σ’ αυτό το αφιέρωμα ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Τα τραγούδια του τα έχουμε ακούσει ή σιγοτραγουδήσει όλοι και είναι πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Θυμίζουμε μερικά: «Πού’ ναι τα χρόνια», «Κάπου νυχτώνει», «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», «Το σακκάκι μου κι’ αν στάζει», «Τα μαύρα κοροϊδεύεις», «Το κόκκινο φουστάνι» και βέβαια το τραγούδι θρύλος του ’70: «Νάτανε το 21» από τον ομώνυμο δίσκο με τον Γιώργο Νταλάρα.

«Χρυσή δεκαετία του 60»

Για κάποιους... παλαιότερους αυτές οι συλλογές έχουν μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά τους και στη δισκοθήκη τους. Θα εγείρουν μνήμες σε κάποιους από ένα πάρτι, σε άλλους έναν παιδικό τους έρωτα και σε μερικούς άλλους μεγαλύτερους, διάφορες καταστάσεις απ’ τα κόλπα της εποχής. Αν και τα περισσότερα απ’ αυτά τα τραγούδια είναι διασκευές από ξένα (και πολλά Ιταλικά), εντούτοις λειτούργησαν καταλυτικά σε κείνα τα χρόνια, και χωρίς να γινόμαστε μελό, μόνο μ’ ένα νοσταλγικό χαμόγελο μπορεί να ακούσει κανείς το «Τρελοκόριτσο», «Το καλοκαίρι εκείνο» και το «Είσαι το κορίτσι π’ αγαπώ».

«Τα ωραιότερα τραγούδια της Αρλέτας»

Γιατί τα τραγούδια αυτής της τάσης που αποκαλούμε «Νέο Κύμα» είναι τόσο μελαγχολικά; Ίσως γιατί στην προσπάθεια να διαφοροποιηθούν απ’ τα λαϊκά και τον «επικό» Θεοδωράκη, προαισθάνονταν και τους συνταγματάρχες που έρχονταν... Αυτό το κύμα της χαμηλόφωνης εκφραστικής μπαλάντας πρόλαβε να μας δώσει τραγούδια άπειρης ευαισθησίας και σε ερμηνευτικό τουλάχιστον επίπεδο ποιος θα ήταν ο κυριότερος εκφραστής τους παρά η Αρλέτα;


Ζωντανοί στο Κύτταρο - Η «ποπ» στην Αθήνα

Ένα ιστορικό άλμπουμ-ντοκουμέντο, ηχογραφημένο στο πιο σημαντικό κλαμπ της δεκαετίας του 70, το «Κύτταρο». Σε ηχογράφηση του ’71, βρίσκουμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο στο ντουέτο «Δάμων και Φιντίας», τον Δημήτρη Πουλικάκο με τον «Εξαδάκτυλο» στο θρυλικό «Ξεχασμένο πηγάδι», τη Στέλλα Γαδέδη με τα Μπουρμπούλια στη «Μαύρη Θάλασσα» του Σαββόπουλου (ο Νιόνιος τότε ήταν ροκ), τους Σώκρατες στον «Ηλεκτρικό Σωκράτη» και τη Δέσποινα Γλέζου - πιτσιρίκα τότε - να τραγουδάει τα «Αποσμητικά» και τα «Επίκαιρα». Η γοητεία της αρχής των πραγμάτων...

Poll: «Poll»

Δεν νομίζουμε να υπήρξε ούτε ένας πιτσιρικάς το ’70 που να μην είχε παθιαστεί με τους Poll και τα τραγούδια τους. Οι Poll και οι Πελόμα Μποκιού ήταν οι «ποπ» εκφραστές της χίπικης τάσης στην Ελλάδα, με επιρροές από Βyrds και Crosby, Stills, Nash & Young οι πρώτοι, και κυρίως από Santana οι δεύτεροι. Στον ιστορικό πια δίσκο με το ταγάρι, ο Κώστας Τουρνάς, ο Ρόμπερτ Oυίλιαμς και ο Σταύρος Λογαρίδης μας μιλούσαν για το Χριστό, για λουλούδια, πηγές, αγάπη, ειρήνη, δικαιοσύνη, ισότητα και άλλα τέτοια ωραία. Κι’ όμως τότε στις νεανικές ψυχές ενστάλαξαν ιδέες που δεν πήγαν χαμένες αργότερα...

Δημήτρης Πουλικάκος: «Μεταφοραί - Εκδρομαί ο Μήτσος.

Ένα πρόβλημα με τις μεγαλεπήβολες ιδέες, είναι ότι όταν καταφέρνει κανείς να καταθέσει ένα μέρος τους, ανεβάζει τόσο τον πήχη, που απαιτεί μεγάλο κόπο και ικανότητες για να συνεχίσει, πόσο μάλλον να τις ξεπεράσει. Μ’ αυτό το έργο του ο Πουλικάκος καταθέτει ό,τι πιο προχωρημένο για τα μέτρα της εποχής στην ελληνική «ποπ και ροκ» πραγματικότητα. Μέσα σε μια υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα και στιχουργική, βρίσκουμε τον Ζάππα, την τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό, τη ροκ αισθητική, το ρεμπέτικο και όλου του κόσμου τις καλές ιδέες. Μοναδική μας ένσταση (και μεγάλο παράπονο) είναι ότι όλα τέλειωσαν εκεί σ’ αυτή την πρώτη προσπάθεια.

Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη: Η εκδίκηση της γυφτιάς

Ένα βαρύ κλίμα καθήκοντος, «και καλά» σοβαροφάνειας και ανέραστης «υπευθυνότητας» σκέπαζε τα πάντα στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Κι’ ο έρωτας; Το κορμί; Τα μεθύσια του χωρισμού; Υπέβοσκαν στο δικό τους κόσμο αναμένοντας τον καταλύτη. Και έρχεται ένας στίχος: «...Τα ιδεολογικά σου τα σουρώνεις με ουζάκι...» και «Τρελή κι’ αδέσποτη...» και «Μεροκάματο δεν θέλω» και «Κανείς εδώ δεν τραγουδά...»... Και ένα μπουζουκάκι... Όχι αυτό του ρεμπέτικου, ούτε το άλλο των έντεχνων. Ένα μπουζούκι «γύφτικο», που σειόταν και λυγιόταν στους ρυθμούς του σώματος και θύμιζε τον ήχο των εταιριών της Ομόνοιας... Ξένισε στην αρχή έτσι όπως έμπλεκε τον «ψαγμένο» στίχο με μελωδίες νταλγκαδιάρικες... Όμως ήταν θέμα χρόνου αυτός ο ήχος, αυτή η προσέγγιση να καθιερωθούν, όπως και οι δημιουργοί του, και να σταλάξουν βάλσαμο στις αποξηραμένες και στεγνές ζωές μας φέρνοντας τότε τα πάνω κάτω στο ελληνικό τραγούδι...

«Μια νύχτα με την Οπισθοδρομική»

Ένα κύμα σάρωσε απ’ άκρου εις άκρο την Αθήνα τότε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Ήταν η αναβίωση και η μαζική αποδοχή του ρεμπέτικου και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού. Οι κομπανίες και τα «ρεμπετάδικα» ξεφύτρωναν από παντού και τα μπουζούκια και οι μπαγλαμάδες, έδιναν κι’ έπαιρναν. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα δημιουργήθηκε και γνώρισε την επιτυχία η «Οπισθοδρομική Κομπανία», σχήμα με πιο γλεντζέδικο και λαϊκό προσανατολισμό . Σ’ αυτόν το δίσκο - ζωντανή ηχογράφηση απ’ το «Άλσος»- αποτυπώνεται όλο το κλίμα της εποχής, ενώ έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε (σε πιο πρώιμο ύφος) και μια φωνή που ξεπήδησε μέσα απ’ την «Οπισθοδρομική» και τιμά μέχρι σήμερα το ελληνικό τραγούδι. Αυτήν της Ελευθερίας Αρβανιτάκη.

Μάνου Λοΐζου: «Τα τραγούδια της Χαρούλας»

Το 1979 ο Μάνος Λοΐζος συνθέτει τα «Τραγούδια της Χαρούλας» σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη με ερμηνεύτρια τη Χάρις Αλεξίου. Είναι αυτό που λέμε ευτυχής συγκυρία, σωστό τάιμινγκ και οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κατάλληλη στιγμή. Με ένα Ρασούλη στα φόρτε του, έναν εμπνευσμένο Λοΐζο και μια Χαρούλα σκέτη απόλαυση να δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του δίσκου... «Όλα σε θυμίζουν», «Ο φαντάρος», «Γύφτισσα τον εβύζαξε», «Τέλι τέλι». Αν σας θυμίζουν τίποτα αυτά τα τραγού-δια...


Θάνου Μικρούτσικου: «Ο Σταυρός του Νότου»

«Έβραζε το κύμα του Γαρμπή / Ήμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη /Γύρισες και μου’ πες πως το Μάρτη / Σ’ άλλους παραλλήλους θα’ χεις μπει».
Η ποίηση του Νίκου Καββαδία μυρίζει καράβι, λαμαρίνα, αρμύρα, λιμάνια και γρασόλαδα. Με ένα συγκλονιστικό, διεισδυτικό λόγο γεμάτο εικόνες, μυρωδιές και εξωτικές - όσο και προσωπικές - καταστάσεις μας αποκαλύπτει έναν κόσμο ολόκληρο, αυτόν της θάλασσας των ναυτικών, αλλά και της δικής του μυθολογίας... Το ευτύχημα με τη μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου είναι ότι αφ’ ενός κράτησε τη μουσική σε αρκετά διακριτικό ρόλο, απλώς υπογραμμίζοντας εύστοχα το ποιητικό έργο αφήνοντάς το να ξεδιπλωθεί όσο αυτόνομα γίνεται μέσα στα όρια μιας μελοποίησης, και αφ’ ετέρου ότι μ’ αυτή του τη δουλειά στα τέλη της δεκαετίας του 70 έφερε τον Νίκο Καββαδία και την ποίησή του στα στόματα όλων μας.

Σταύρου Ξαρχάκου - Νίκου Γκάτσου: «Ρεμπέτικο»

Μια σειρά τραγουδιών γραμμένη για την ταινία του Κώστα Φέρρη «Ρεμπέτικο» έμελλε να γίνει το γνωστότερο και δημοφιλέστερο έργο του Σταύρου Ξαρχάκου. Τα τραγούδια τα ακούμε παντού: στα σπίτια, τις ταβέρνες, τις παρέες, τις ορχήστρες. Σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και με τις εξαιρετικές ερμηνείες της Σωτηρίας Λεονάρδου, του Τάκη Μπίνη, του Νίκου Δημητράτου, του Κώστα Τσίγκου, του Θόδωρου Πολυκανδριώτη και του ίδιου του Ξαρχάκου στο «Πρακτορείο», το «Ρεμπέτικο» μέσα από τα μάτια της Μαρίκας και των αλληλοδιαδεχόμενων φάσεων του ρεμπέτικου τραγουδιού μας ταξιδεύει σε ένα κομμάτι της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, με τραγούδια που έχουν γίνει κλασσικά και λειτουργούν αυτόνομα πέρα απ’ την ταινία.

Χειμερινοί κολυμβητές: «Χειμερινοί κολυμβητές»

«Τα κύματα της θάλασσας μου το’ πανε, αυτή η νύχτα μένει, για αύριο ποιος ξέρει...». Η διαπεραστική, οπερετική και καθ’ όλα αντιεμπορική - «αντιτραγουδιστική» φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή εισέβαλε στ’ αυτιά μας τότε το 81, αιτώντας αν μη τι άλλο την προσοχή μας. Αδρό ρεμπέτικο μπουζούκι, μπαγλαμάδες, τζουράδες, αλλά και Ιόνιο και άκρατος λυρισμός και βιολιά και μπάσο με δοξάρι ή χωρίς, σε περίεργες αντισυμβατικές ενορχηστρώσεις χωρίς προηγούμενο, και ένας λόγος καθαρά ποιητικός, γεμάτος εικόνες με μια θεματολογία σε άμεση σχέση με την προσωπική μυθολογία του σχήματος... Τώρα συνειδητοποιεί κανείς τι έκαναν τότε οι Χειμερινοί Κολυμβητές και τι δημιούργησε εκείνη η παρέα, μη ακολουθώντας την πεπατημένη και με μόνο γνώμονα τη δική τους αντίληψη των πραγμάτων...

Παύλος Σιδηρόπουλος & Σπυριδούλα: «Φλου»

Είναι τυχαίο που το μόνο χαρούμενο και ελπιδοφόρο κομμάτι του «Φλου» είναι το «Ξέσπασμα», παρακαταθήκη του παρελθόντος του Παύλου και της «χίπικης» αντίληψης περί ταξιδιών που «τρέχει ο άνεμος μπροστά»; Σε μια ανατριχιαστική αντιστοιχία, το ταξίδι και ο «ροκ τρόπος ζωής» του Παύλου Σιδηρόπουλου τον έβγαλε εκεί ακριβώς που έβγαλε χιλιάδες «δραπέτες των λεωφόρων» και το ίδιο το ροκ εν ρολ τελικά. Ο καλύτερος και σημαντικότερος δίσκος του ελληνικού ροκ, εμπεριέχει όλη αυτή τη μυθολογία που οι παροικούντες την... πλατεία γνωρίζουν πολύ καλά. Φυγή, αλκοόλ, ανεργία, ηρωίνη, μοναξιά, θλίψη, απόγνωση, θάνατος... Κατά τα άλλα... ο δίσκος έχει περάσει ήδη στη σφαίρα του μύθου, ταιριάζει θαυμάσια την ελληνική γλώσσα με το ροκ και ήταν μια... λάθος κίνηση για τη «Σπυριδούλα» που με τα τραγούδια του Παύλου έθεσε ένα στάνταρ που δεν ξεπέρασε ποτέ... Και να ξέρεις Παύλο, τα τραγούδια σου τα τραγουδάμε εδώ κάτω...

Τρύπες: «Τρύπες»

Με τον πρώτο τους δίσκο το ’85 οι «Τρύπες» και ο Γιάννης Αγγελάκας έρχονται απ’ τη Θεσσαλονίκη και εδραιώνουν μέχρι σήμερα την κυριαρχία τους στη νέα ελληνική ροκ σκηνή. Με άμεσα εκφραστικό και δυνατό ελληνικό στίχο, δεμένο ροκ ήχο και έναν αεικίνητο με μεγάλες δυνατότητες επικοινωνίας Αγγελάκα να «τα χώνει» επί σκηνής, έχουν ένα πιστό και φανατικό κοινό που δεν χάνει δίσκο και συναυλία τους. Κι’ εδώ η θεματολογία δεν ξεφεύγει απ’ τη... ροκ πεπατημένη: δρόμος, ταξίδια, περιθώριο, φρίκες, μπαρ και ο χορός καλά κρατεί...


Ο Σωκράτης Μάλαμας και οι «Άλλοι»

Μια νέα γενιά τραγουδοποιών πρόβαλε απαιτώντας την προσοχή μας την τελευταία δεκαετία. Η συνταγή παλιά και αποτελεσματική. Μπαλαντογεννείς, κιθαριστικές κυρίως συνθέσεις, επενδυμένες με ηχοχρώματα πολυποίκιλων τάσεων, άλλοτε στρέφονται προς ελληνικότερους τρόπους και ρυθμούς και άλλοτε προς άλλες κατευθύνσεις πιο ροκ, ή άλλες προσωπικές επιλογές. Ο Σωκράτης Μάλαμας αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα και είναι η πρώτη φορά μετά τον Σαββόπουλο, τον Ξυδάκη, και τους Χειμερινούς Κολυμβητές που κάτι αξίζει τον κόπο να το ακούσει κανείς. Εκτός του Μάλαμα, ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε στον πολύ καλό Θανάση Παπακωνσταντίνου, τους Συνήθεις Ύποπτους, τον Ορφέα Περίδη και τους (πιο παλιούς και πρωτοπόρους) αδελφούς Κατσιμίχα και Νίκο Παπάζογλου.

Αντί επιλόγου

Κάποτε τα πράγματα ήταν σαφώς πιο ξεκάθαρα. Οι «λαϊκοί» μισούσαν τους «γιεγιέδες», οι «γιεγιέδες» τους «λαϊκούς» και τους «βλάχους» (αυτούς που τους άρεσαν τα δημοτικά), οι ροκάδες έπαιζαν ξύλο με τους «καρεκλάδες» (οπαδούς της σόουλ), οι «κλασσικοί» δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτε απ’ όλα αυτά, οι εθνικές μουσικές περιορίζονταν στα... έθνη τους και όλοι ήξεραν ποιοι είναι και ποιος ο ρόλος τους. Σαφώς υπήρχαν και εξαιρέσεις αλλά ήταν μόνο... εξαιρέσεις και δεν επηρέαζαν το συνολικό κυρίαρχο κατεστημένο κλίμα. Καλό είναι που έπεσαν τα τείχη και ξέφτισαν οι ανόητοι διαχωρισμοί, αλλά μέχρι του σημείου όλοι πια να τα παίζουν όλα, στο βωμό του «έθνικ» και της σύγκλισης, χωρίς καμιά βαθύτητα και σεβασμό, με μόνα κάποια ηχοχρώματα να σηματοδοτούν μια δήθεν πολυσυλλεκτικότητα προς χάριν του κυρίαρχου ρεύματος της μόδας, υπάρχει μεγάλη απόσταση και είναι μια άλλη υπόθεση και ένα άλλο θέμα...


Αυτά από το μακρινό 2000 και τη μακρινή "καριέρα" μου - φάρσα στην δημοσιογραφία. scripta manent!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου