Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Καρδίτσα - Αθήνα

Αυτό είναι το πρώτο μέρος ενός διηγήματος που δεν τέλειωσε ποτέ. Ίσως κάποτε τελειώσει, αλλά μέχρι τότε (και άν...), καλό είναι κι αυτό το κομμάτι. Είναι προφανές πως κατά βάση στηρίζεται σε αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Καρδίτσα - Αθήνα

Το μεγαφωνάκι του σταθμού τσίριζε ένα παλιό παραπονιάρικο λαϊκό. Ο χρόνος είχε σταματήσει μαζί με τα μπαμπάκια , τις ιτιές, τα σιτάρια και τη ζέστη.  Παιδί όταν ερχόμουν Καζαντζίδη και Μιχαλόπουλο άκουγα, τα ίδια ακούω και τώρα. Είναι ένας ήχος βγαλμένος απ’ τον κάμπο, αυτός και κάτι δημοτικά καινούρια μαζί με χαλβά Φαρσάλων,  τεράστιες ευθείες και ισιώματα. Μια πλήρης ακινησία κι' αποχαύνωση  με έχει καθηλώσει στο σταθμό να περιμένω το τρένο που ως συνήθως έχει καθυστέρηση.
    Οι γραμμές εκτείνονται εκατέρωθεν στο χάσιμο, φέρνοντας φαντασιώσεις για άγνωστους μακρινούς τόπους και σταθμούς μυστήριους και τρένα με καπνούς και ομίχλες, κατ' άλλους όμως οι μεν οδηγούν στην Αθήνα και οι δε στη Θεσσαλονίκη, ενώ κάτι αγριόχορτα δίπλα στις ράγες σειόνταν και λυγιόνταν υποταγμένα στη μοίρα τους και έχοντας αποφασίσει εδώ και καιρό ότι δεν έχουν πουθενά να πάνε.
    Θυμάμαι πού παιδί στη Θεσσαλία έβλεπα στους σταθμούς καραγκούνες με τοπικές ενδυμασίες, με καλάθια με κότες και τέτοια, και άντρες με μεγάλα μουστάκια και τραγιάσκες, τώρα χάθηκαν, μόνο τα τραγούδια έμειναν, μυστήριο, μάλλον τους έμειναν οι κασέτες και αδιαφορούν να τις αλλάξουν γιατί όταν βάζουν ράδιο όλο και κανένα σουξέ ακούς, Σαρή, Δημητρίου, Γαρμπή, Μητροπάνο, κάνα κουλτουριάρικο...
    Το τρένο αργούσε, το' παν και τα μεγάφωνα, μ' αρέσει που το λένε και έτσι είναι σαν να καθαγιάζεται, να νομιμοποιείται η καθυστέρηση, κάτι το επίσημο που αγοράζεις μαζί με το εισιτήριο για το ταξίδι και απέμεινα να κοιτάζω τις ράγες παιδεύοντας έναν φραπέ που είχε χάσει εδώ και ώρα και τον αφρό και τα παγάκια και την καφένια του υπόσταση.
     Δίπλα μου κάτι ντόπιοι μαζί με δυό τρεις σιδηροδρομικούς τρώγανε σουβλάκια και λουκάνικα πίνοντας παγωμένες μπύρες και δεν έτρεχε τίποτα. Αν μ’ αρέσει κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι που δεν έχουν άγχος, μιλάμε τελείως καραπουτσαριό, ο κόσμος να καίγεται αυτοί στον κόσμο τους, δεν χαλάν τη ζαχαρένια τους, όλα γίνονται αργά και ράθυμα, ειδικά τα μεσημέρια το καλοκαίρι πέφτει μπόμπα και έξω δεν κινείται τίποτα. Το βράδυ τιγκάρουν οι καφετέριες, τα μπάρ και οι ψησταριές (εδώ δεν έχουν πέραση τα πολιτιστικοέτσι) και τρώνε τόσο κρέας (κάθε μέρα) όσο δεν έφαγαν γενιές και γενιές προγόνων τους. Κάτι η βιομηχανία κρέατος, κάτι το κατοχικό σύνδρομο (δεν το πολυπιστεύω), κάτι το νεοπλουτίστικο σύνδρομο του καλοπερασάκια, (το πολυπιστεύω), οδήγησαν τον κόσμο να βάζει γκαζόν στους κήπους αντί για ντομάτες και να τροφοδοτεί με καρδιοπαθείς χοληστερονούχους το Ε.Σ.Υ. και το νομαρχιακό νοσοκομείο
     Αυτή τη φορά είχα καθίσει πολύ καιρό στο χωριό. Πολύ καιρό για μένα, που συνήθως βαριόμουνα πάνω στο τριήμερο και έπαιρνα των οματιών μου κι’ έφευγα σαν κυνηγημένος από ένα μέρος που το μόνο που με συνέδεε ήταν το ότι εκεί γεννήθηκα. Αυτό και κάτι ψιλοαναμνήσεις απ’ τα πολύ παιδικά χρόνια, κάτι παιχνίδια στο δρόμο κάτω απ’ τη λάμπα της ΔΕΗ, κάτι βράδια που κοιμόμασταν έξω με τη μάνα μας και κοιτάγαμε τα αστέρια και γενικά τέτοιες ιστορίες ρομαντικές και ευτυχισμένες. Και κουρνιαχτό, πολύ κουρνιαχτό, θυμάμαι μέσα σε μια ζέστη ανυπόφορη μ’ έναν παγωτατζή να περνάει φωνάζοντας «έβγα παγωτά» κι’ εγώ να νομίζω πως φώναζε σε κάποιον Παγωτά να βγει (ο Παγωτάς, του Παγωτά), είναι ο καιρός που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις λέξεις και τις έννοιες, δεν είναι παράξενο, πολλά τέτοια μπερδέματα γίνονται σ’ αυτή την ηλικία, απλώς δεν καταλάβαινα γιατί φώναζε στον εαυτό του να βγει αφού ήταν ήδη έξω, γιατί ήξερα πως αυτός είναι ο Παγωτάς αφού μας πούλαγε παγωτά. Μισό παγωτό ένα πενηνταράκι, πράγμα που εμείς τότε το θεωρούσαμε απολύτως φυσικό και δεν μας πείραζε καθόλου (να είναι μισό το παγωτό), πράγμα στο οποίο συνέτεινε και το μαχαιράκι που είχε πάντα μαζί του ο παγωτάς ούτως ώστε να κόβει το ξυλάκι στα δύο. Ο μεν έπαιρνε το μισό παγωτό του στο ξυλάκι, με το μισό ξυλάκι να ορθώνεται άσκοπα γυμνό και ο άλλος στο σακουλάκι του παγωτού.
     Όμως τώρα τι να κάνεις εδώ. Εκτός απ’ τη γαλήνη που με πιάνει όταν έρχομαι και κάθομαι στον κήπο με την κληματαριά και τα λουλούδια κι’ όλα αυτά τα σχετικά, γαλήνη για την οποία έχω καταλήξει ότι οφείλεται σε ασυνείδητες μνήμες μιας ευτυχισμένης ηλικίας, δεν ξέρω πια κανέναν, όχι πως ήξερα και ποτέ δηλαδή και δεν λέει να πάς στο χωριό σου να κάθεσαι να μπεκροπίνεις στα μπαρ μόνος σου. Στην Αθήνα είναι αλλιώς, σε παίρνει να το κάνεις αυτό, δεν τρέχει και τίποτα, άλλωστε είναι πολλοί στο έτσι στυλ, ξέμπαρκοι, μα εδώ όλοι έχουν τις παρέες τους, χώρια που νομίζω πως με κοιτάνε περίεργα και μπορεί και να κοιτάζουν γιατί σου λέει τι είναι αυτός τώρα από πού μας ήρθε. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα να είσαι τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα, να αισθάνεσαι τέτοια οικειότητα και τόση μοναξιά, και ξένος.
      Πάνω που είχα αρχίσει να ψιλοβαριέμαι και οι τύποι με τα σουβλάκια και τις μπύρες άρχισαν να μου σπάνε τα νεύρα φάνηκε το τραίνο. Το τραίνο που θα με πήγαινε στην Αθήνα κι’ από κει ένας θεός ξέρει που γιατί ξεκίναγα λέει για διακοπές ή μάλλον για ένα ταξιδάκι του τύπου «όπου βγει» χωρίς πρόγραμμα, όπως πρέπει άλλωστε.
     Το τραίνο τσίριξε στις ράγες και κάτι σταθμάρχες σέρνονταν κουνώντας κάτι ταμπελάκια δικαιολογώντας το μισθό τους. Οι επιβάτες λιγοστοί, κι’ εγώ από χρόνια μαθημένος στα τραίνα, τον μεγάλο μου έρωτα στα μέσα συγκοινωνίας, ήδη είχα κοζάρει το βαγόνι δίπλα στο μπαρ και ανέβαινα τη μικρή σιδερένια αναδιπλούμενη σκάλα μέσα σε μυρωδιές από λάδια, πλαστικίλα και τσιγάρα από κάτι φαντάρους που κάπνιζαν στο διάδρομο.       Βρήκα μια καμπίνα άδεια, πέταξα μέσα μια τσάντα που κουβάλαγα έβγαλα και το μπουφάν και γραμμή για το μπαρ. Επειδή ο καφές που σερβίρουν τα ελληνικά τραίνα είναι νερόπλυμα, έχω πάντα μαζί μου φακελάκια νες καφέ και τον ενισχύω. Το σιδερένιο τέρας συνέχισε την προκαθορισμένη πορεία του σφυρίζοντας και εγώ απολάμβανα τον καφέ μου αραχτός δίπλα στο παράθυρο.
  Ξαφνικά τον είδα. Ήταν καμιά εβδομηνταριά χρονών, ψηλός, λεπτός, με γκρίζο γενάκι και διαπεραστικά μάτια. Κοίταξε ερευνητικά το βαγόνι του μπαρ για καμία θέση, μέχρι που τα μάτια του καρφώθηκαν στο τραπέζι μου. Ήταν βλέπετε η μοναδική άδεια θέση σ’ όλο το μπαρ αν εξαιρέσει κανείς κάτι υπολείμματα στα μεγάλα τραπέζια με τις έξη θέσεις, ο τύπος όμως προφανώς αποφάσισε πως ήταν προτιμότερο να καθίσει σε μια κανονική αυτόνομη θέση σε τραπέζι για δυο, παρά να φάει στη μάπα τις φύρδην μύγδην παρέες από φαντάρους, γύφτους, επαρχιώτες, φοιτητές κ.ο.κ., που συνωστίζονταν στα μεγάλα τραπέζια...
«Είναι ελεύθερη η θέση?»
«Παρακαλώ, καθίστε»
 Η φωνή του ήταν βαριά, μπάσα που λέμε και το πρόσωπό του ευγενικό. Έδειχνε καλλιεργημένος άνθρωπος με αδρά χαρακτηριστικά που σίγουρα είχε περάσει πολλά στη ζωή του, ενώ το ντύσιμό του ήταν απλό με ρούχα κάπως φθαρμένα αλλά σε σωστούς χρωματικούς συνδυασμούς, ένα χαρακτηριστικό μιας γενικότερης αισθητικής αντίληψης των πραγμάτων που έχουν κάποιοι άνθρωποι...
  Ακούμπησε τον καφέ του στο τραπέζι και άναψε τσιγάρο. Παλιά κλασική μάρκα, άφιλτρα, ο τύπος ανήκε σ’ αυτούς που δεν το γύρισαν στα φίλτρα κάποια  στιγμή στη ζωή τους (γιατί παλιά όλοι τέτοια κάπνιζαν), ενώ ένας επίμονος τσιγαρόβηχας μαρτυρούσε πως μάλλον το είχε πάρει απόφαση να μην το κόψει ποτέ. Ρουφούσε τον καφέ του καπνίζοντας δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, τα δέντρα έτρεχαν προς τα πίσω, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό.
  Δεν προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι στα τρένα, γι αυτό του μίλησα εγώ πρώτος
«Αθήνα πάτε;»
«Αθήνα», απάντησε μονολεκτικά. 

Ύμνος στον πατσά


Το πρώτο σοκ, το πρώτο άρπαγμα είναι η οσμή, ο αχνός. Η μύτη, τα χείλη, όλο το πρόσωπο τείνει να ενωθεί με τον αχνό, τον ψάχνει, τον δέχεται με ευγνωμοσύνη και απορία για τούτη την απρόσμενη ευχαρίστηση-πανδαισία δώρο, όλο το είναι σου, κεφάλι μάτια, ψυχή ευχαριστούν, ενώ μιά υποψία - πεποίθηση περί της επερχόμενης δεύτερης γιορτής εδραιώνεται.
Ύστερα έρχεται η πρώτη κουταλιά. Ζωμός εύγευστος και ουράνιος ρέει στον φάρυγγα ευεργετικά, ζεστά, καθησυχάζοντας, σκορπίζοντας ηδονή. Εκείνη η κόλα, η γεύση, η οσμή, η αίσθηση, γίνονται απτή ύλη, τα δόντια καρφώνονται, η ευγενική μάζα υποχωρεί, καταπίνεις, και είσαι ευτυχισμένος για ακόμα μιά φορά.

(Βεβαίως και αυτό γραμμένο στο τραπεζομάντηλο, που αλλού;)

Καλή (ξανα)αρχή!

Να που ξεκίνησα πάλι το περιοδικάκι... 3η προσπάθεια εν συνόλω. Το πρώτο με το ίδιο όνομα "ουκέτι Φοίβος", είχε προχωρήσει μέχρι που το έσβησα όλο (και χάθηκαν όλα δια παντός), πάνω σε μια κρίση πανικού! Το επόμενο με τον τίτλο "Agnostic", δεν προχώρησε, ούτε το μεθεπόμενο, το "Μπουζουξής". Έτσι λοιπόν ξαναγυρνάμε στο "Ουκέτι Φοίβος", Καλύτερα έτσι, ίσως αυτή η πρώτη ορμή βρει τον τρόπο να το κάνει να ξαναγεννηθεί και να μακροημερεύσει... Το όνομα είναι σημαδιακό και έχει πολλά επίπεδα ερμηνείας. Κατ' αρχήν Φοίβο έλεγαν το πρώτο μου καναρίνι. Κίτρινο, όμορφο και μουσικό σαν τον Φοίβο! Δεύτερον, η ίδια η φράση "Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν...", παρ' όλο που αμφισβητείται η αυθεντικότητά της, με εξιτάρει και μου βγάζει ένα παράπονο, να χτίσω έναν ιστότοπο για να 'χει ο Φοίβος - αλλά και γω - καλύβα. Και εδώ, όπου "Φοίβος" βάλτε τα πάντα, το φως του Ήλιου, τη μουσική, τις τέχνες, το μυστήριο, τη ζωή, την αλήθεια εν τέλει. Και που ξέρετε, αν γίνουν πολλές οι καλύβες, ίσως και να ξανατραγουδήσει η πηγή, ίσως και να ξαναμιλήσει η μάντις... Τρίτον, όπως έγραφα και σε ένα παλιό ημερολόγιο (χάρτινο αυτή τη φορά): "... Βρήκα την πέτρα, βρήκα τη χορδή και το τραγούδι κι έκατσα... Όταν θα ησυχάσει ο τόπος θα πάρω βαθιές ανάσες να μαζέψω ξύλα και χορτάρια να φτιάξω μια καλυβούλα. Θέλω να χτίσω εκκλησάκι - για ναούς έχουμε καιρό - , μέχρι να μην ξανάρθετε. Για τώρα τ' αναγκαία, μια καλυβούλα με χορταράκια, ίσα για να 'χει ο Φοίβος καλύβην. Εκεί μέσα θα είμαστε καλά. Και το πρωί με τις αχτίδες θα κάθομαι στην πέτρα εγώ και η χορδή... Για δες τι έκανα τόσον καιρό. Μάγια μου κάνατε..."
(Μια μέρα θα το αντιγράψω όλο αυτό το κείμενο - αλλά και άλλα - απ' το χάρτινο ημερολόγιο).
Έτσι λοιπόν. Έχει ιστορία η καλύβα. Μέσα χωράνε όλα και όλοι. Ας ελπίσουμε λίγο απ' το λάλον ύδωρ να τραγουδήσει στα χείλη μου, εεε... στο πληκτρολόγιο ήθελα να πω! 

Καλλιτεχνικά επαγγέλματα


(Αντιγραφή από παλιά σημείωση)

Καμιά φορά μέσα στο θολό, απατηλό και ανεξιχνίαστο αυτό πράγμα που ονομάζουμε ζωή, έρχεται ένα γεγονός, ένα συμβάν που αν μη τι άλλο ή μάλλον μαζί με τ’ άλλα παρελκυόμενα, την οδύνη, την απόγνωση, την τάση παραίτησης έρχεται να σου ανοίξει τα μάτια. Εν προκειμένω το άνοιγμα των ματιών, η αποκάλυψη των πραγματικά δρώμενων ταυτίζεται με την « πραγματικότητα » και η μέχρι πρότινος εκτίμηση με το φανταστικό για να μην πω με την φαντασίωση.
Εδώ το «ουδέν κακόν αμιγές καλού» ή το άλλο «κάθε εμπόδιο για καλό» αγγίζει τα όρια ίσως της απόδειξης ή τουλάχιστον της ελπίδας πραγμάτωσης του επιθυμητού.
Γιατί το άθροισμα των «για εδώ δεν κάνω» επιτρέπει να προσδιορίσει κανείς καλύτερα για που «κάνει». Όταν το αίτημα (το πιεστικό και αγχώδες αίτημα) για βιοπορισμό αυτή την πρωτογενή προϋπόθεση προς οποιαδήποτε εξέλιξη, προβάλει καθημερινά συνθλίβοντας, πιέζοντας, απογοητεύοντας κάθε «ανώτερη» εφαρμογή, λύση, ιδέα, προσδοκία, όταν με λίγα λόγια αναγκάζεται κανείς να κοιτάξει κατάματα αυτό που λέμε καθημερινότητα, επιβίωση, σκληρή πραγματικότητα, ελάχιστο αίσθημα ασφάλειας (προϋπόθεση) για τα περαιτέρω, όταν λοιπόν όλα αυτά σε οδηγούν σε λύσεις που ενώ ξέρεις, διαισθάνεσαι πως κάπου βρωμάνε, πιστεύεις πως είναι εφικτές, τότε έρχεται το προαναφερόμενο γεγονός ως αποκαλυπτική δύναμη να σου ανοίξει τα μάτια και να προδιαγράψει τη νέα πορεία αν είναι προτιμότερο. (Το προδιαγεγραμμένο άλλωστε δεν υπάρχει είναι ανέφικτο, καμιά πορεία δεν είναι σαφής στα επιμέρους, μόνο ο στόχος είναι και από εκεί και πέρα πολλές είναι οι απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις).
Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις στα πράγματα και αντίστοιχα πολλές πρακτικές. Ο άνθρωπος ο οποίος πλησιάζει, μαθαίνει, μελετάει, παθιάζεται, κατακτά, κατέχει (η έτσι νομίζει) ένα αντικείμενο τέχνης, ένα είδος όπως η μουσική ας πούμε ή η λογοτεχνία, ή ακόμα και η γνώση αυτή καθεαυτή στις πολλές της εκφάνσεις, όταν αυτός ο άνθρωπος λοιπόν νομίσει -τρομάρα του!- πως θα μπορέσει να βιοποριστεί, να «βρει δουλειά» στους χώρους που νομίζει συγγενείς..., ε! τότε έρχεται αυτό πού λέγαμε, το γεγονός, η κατραπακιά, η σφαλιάρα που με τη ζωογόνο της δύναμη (και εν αγνοία της βεβαίως), του ανοίγει τα μάτια.
Εδώ δυστυχώς (ή ευτυχώς) ο άνθρωπός μας έρχεται αντιμέτωπος με μια ομάδα - κατηγορία ανθρώπων, μια φάρα που παίρνοντας τα πιο αυθεντικά στοιχεία από ένα ιδίωμα, μια τέχνη, τα στοιχεία εκ των οποίων ο απόηχός τους και μόνο έχει τέτοια δύναμη που αρκεί για να απασχολήσει πολλές δεκαετίες τους ανθρώπους, να τους κάνει να τρέχουν σαν τις μύγες στη ζάχαρη, να απομυζούν τη θεία ουσία της (ή ότι έχει απομείνει) βιώνοντας βεβαίως τα υπολείμματα της αλλαγμένης, ξεφτιλισμένης και αλλού εδραιωμένης πια αυτής δύναμης και αλήθειας.
Στην προκειμένη περίπτωση οι άνθρωποι αυτής της φάρας λέγονται επαγγελματίες.
Κρατούν από την ζωογόνο δύναμη τον τύπο, την επιφάνεια, την φόρμα και έχοντας απολέσει όλη της την ουσία, όλη την αλήθεια και το πρωτογενές της κάλος, αναγάγουν αυτήν σε δουλειά ή δουλεία αν θέλουμε.
Όταν ένα ιδίωμα ή μια τέχνη αντιμετωπίζεται ως «δουλειά», ως κόντρα με τους «συνάδελφους», ως το τραγούδι μου και το τραγούδι σου, όταν δίνουν και παίρνουν τα φαρμακερά βλέμματα, τα υπονοούμενα, η καχυποψία, η επίρριψη ευθυνών προς πάσα κατεύθυνση εκτός του εαυτούλη μας, όταν ο ένας σκάβει το λάκκο του άλλου, όταν ο εγωισμός δεν νομίζω να βρήκε αλλού προσφορότερο έδαφος όπως στα «καλλιτεχνικά» επαγγέλματα (τραγουδιστές, ηθοποιοί κλπ), όταν δεν λέμε «σήμερα παίζουμε» αλλά «σήμερα δουλεύουμε», όταν αυτά και μύρια πόσα άλλα κυριαρχούν, Έ! τότε έρχεται το γεγονός, η σφαλιάρα που λέγαμε, να καταδείξει το χάος, την απύθμενη τάφρο που χωρίζει τον ειλικρινή μελετητή και ουσιαστικό καλλιτέχνη απ’ τη φάρα των επαγγελματιών.(Των συγκεκριμένων επαγγελματιών τουλάχιστον.)
Τότε όσες παραλλαγές και αν παίξει, όση καλή πρόθεση και αν επιδείξει, όση προσαρμοστικότητα, ευφυία, ευστοχία, τέχνη, είναι καταδικασμένος από τους ανθρώπους με τα βουλωμένα αυτιά και τη βουλωμένη ψυχή. Από τους ανθρώπους που αισθάνονται τόσο σίγουροι πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο έξω από αυτό που αυτοί ξέρουν, έχουν τροποποιήσει, κωδικοποιήσει για τη δουλειά βεβαίως και που οτιδήποτε ξένο προς αυτό το θεωρούν λάθος και άσχετο.
Και βέβαια δεν κάνεις. Όμως είπαμε. Η ίδια η καταδίκη εδώ είναι αποκάλυψη για το αλλού. Αν δεν κάνεις για εδώ (και καλά κάνεις που δεν κάνεις) κάνεις για άλλα καλύτερα, αληθινότερα, συναρπαστικότερα. Άλλωστε ο ερασιτέχνης είναι ο εραστής της τέχνης. Αντίποδάς του ο επαγγελματίας (Αυτός είναι ο γαμιάς της τέχνης.)

Υ.Γ. Το κείμενο γράφτηκε το '95 μονορούφι στό τραπεζομάντηλο του εστιατορίου "Μπαρμπα Γιάννης" όπου κατέφυγα να πιω ένα κρασί και να σκεφτώ, κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση και μετά από κάποια (τραυματική) επαφή με το είδος που περιγράφεται άνω... 

Συντροφιά με μια μπύρα

(50 δρχ. ποίημα)
Το παρόν γράφτηκε πριν κάποια χρόνια κοιτάζοντας το συντριβάνι στην Πλατεία Μαβίλη. 50 δρχ. έκανε το μολύβι που αγόρασα απ' το περίπτερο για να το γράψω
(η έμπνευση δεν μπορεί να περιμένει!).





Συντροφιά με μια μπύρα
Πάλι στην πλατεία
η νύχτα είναι ζεστή
με πιάσαν απ’ τ’ αυτί
με βάλαν τιμωρία

Συντροφιά με μια μπύρα
με τον αφρό της μπύρας
με μια κρύα μπύρα
λιώνω στην πλατεία

Γύρω ανθρώποι
χαμένοι κόποι
όνειρα πλάνα
απόλαυση καμία

Συντροφιά με μια μπύρα
με τον αφρό της μπύρας
η νύχτα είναι κρύα
πάλι στην πλατεία

Το περίπτερο φέγγει
μια μορφή παρεκπροφεύγει
μια μορφή πήρε θέση
στο αντικρινό τραπέζι
ετοιμάζεται να πέσει

Η νύφη πέθανε
ο χορός της έσβησε
μια ψυχή που’ ναι να βγει
βγήκε

Μια θλιβερή μαύρη λίμνη
απόμεινε ‘κει δα
στο συντριβάνι του δήμου

Συντροφιά με μια μπύρα
με τον αφρό της μπύρας
να γράφω μαλακίες
πενήντα φράγκα ποίημα

Για τα κρουστά μουσικά όργανα


Υπάρχει μια ακατανίκητη (κάτι σαν αρχέγονη) έλξη, όταν βρεθεί κανείς ενώπιον ενός κρουστού οργάνου, μπροστά σε ένα τεντωμένο δέρμα, ιδιαίτερα ζωικού, να το χτυπήσει, να το χαϊδέψει, να το κρούσει... Και έτσι ανακαλύπτει τους ήχους του. Και έτσι αν το δει και λίγο πιο σοβαρά ξεκινάει ένα ταξείδι εξερεύνησης, ανακάλυψης, και στη συνέχεια εμβάθυνσης στον ατελείωτο κόσμο των κρουστών και των ιδιοφώνων, της ίδιας της μουσικής εν τέλει... Ξεκινάς από ένα τουμπελέκι και καταλήγεις να ασχολείσαι με τα κρουστά όλου του κόσμου. Και δεν σου φτάνει μια ζωή για εμβαθύνεις πραγματικά. Κάθε περιοχή και τα όργανά της, η μουσική της, κάθε όργανο και την ιδιομορφία του, στο πως να το κρατήσεις, πως να το παίξεις, τι να παίξεις. Στην αρχή το ταξείδι είναι μαγικό, θυμίζει κάτι από τα παιχνίδια των παιδιών, στη συνέχεια γίνεται πιο απαιτητικό, σου ζητάει μελέτη και αυτοπειθαρχία. Ο δρόμος που θα πάρει ο καθένας, είναι ο δικός του. Άλλος πιο δημιουργικός, άλλος πιο αυτοσχεδιαστικός, άλλος πιο επαγγελματικός... Όμως όπως σ' όλα τα πράγματα σημασία έχει το ταξείδι, στο τέλος καταλήγεις να στέκεις εκστασιασμένος και να αναρωτιέσαι ακόμα για το τι σημαίνει, από που έρχεται, εκείνος ο ήχος που πρωτάκουσες, εκείνη η δόνηση του αέρα που πέρασε απ' τα αυτιά και το στομάχι σου και έφτασε στην ψυχή σου γεμίζοντας ερωτήματα τον νού...
Στην συνέχεια παραθέτω ένα μπλογκ που είχα φτιάξει για τα κρουστά, και που όμως έμεινε στα πρώτα βασικά των ήχων, στο τουμπελέκι και στο μπεντίρ. Επεται (κάποτε) και συνέχεια. Σε όποιον φανεί χρήσιμο ας το διαβάσει.
http://krousta-cosmos.blogspot.com/

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Μπιγκ μπαγκ (τραγούδι)


Έχω μια τόση δα ζωή
μικρή
που μου χαρίστηκε επειδή
κάποτε έγινε ένα μπαμ
- μπαμ μπαμ μπαμ –
μπιγκ μπάγκ που λένε δηλαδή

Και από τότε προσπαθώ
ωχ ωχ ωχ ωχ ωχ
τον κόσμο να κατάλαβώ
τι είναι αυτό που με κινεί
- ψυχή ψυχή ψυχή –
ψυχή που λένε μερικοί

Μέρα και νύχτα ξαγρυπνώ
πασχίζω να βρω το σκοπό
τι είναι αυτό που με πονά
- πονά πονά πονά –
γιατί δε ζούμε στη χαρά

Τι να ναι αυτό που λειτουργεί
σαν σκέψη και σαν λογική
- λογική;; -
τι να μου φέρνει το πρωί
τα δάκρυα στα μάτια

Ήλιος και νύχτα αντίθετα
και της ζωής το σινεμά
πως ξέρει να μας ξεγελά
το έργο σβήνει ξαφνικά
- η λάμπα ! –

Αφού μια μέρα θα πεθά
- πεθά πεθά πεθά –
και θα πεθάνω ξαφνικά
τι είναι αυτό που με τρελαί
- τρελαίνει –
για δε τα γρά κανονικά…

Έχω μια τόση δα ζωή
- μικρή μικρή μικρή –
που μου χαρίστηκε επειδή
κάποτε έγινε ένα μπαμ
- μπιγκ μπαγκ, μπιγκ μπάγκ –
μπιγκ μπαγκ που λένε δηλαδή…

Μίλα μου νύχτα (ποίημα)











Νύχτα γιατί δε μου μιλάς
που είναι η γλύκα σου
που είναι η έξαψη
το βήμα τ' αλαφρό
το μυρωμένο απόγεμα
νύχτα καρδιά μου
που είσαι
που να βρίσκεσαι
σε ποια περβόλια ξένα
ξένες καρδιές
μεταναστεύεις
το μέλι στάζεις

Άγονος Τόπος (ποίημα)


Άγονος τόπος
κατάντησε η αγάπη μου
νεκρό αποξηραμένο σώμα
έναυσμα μνήμης
αγχόνη του χρόνου
χοάνη
παλιού εκπληκτικού φωτός
Μια στενοχώρια
κατάντησε η λαχτάρα μου
σα να με βαρέθηκε
η αγκαλιά μου
με διώχνει κρύβοντας
τα μάτια της
σ’ άλλες καρδιές
Μουγκή γυναίκα φοβισμένη
αναποφάσιστη η καρδιά μου
περιφέρεται ασκόπως
το ανύπαρκτο ψάχνοντας
το προϋπάρχον
δεν μιλάει
δεν αποκαλύπτεται
κολλάει
σε φύκια κρασιά κόκα κόλες
εστιατόρια
Σπάσαν τα μάτια του θεού μου
μια κοινοτοπία μια ομίχλη
πήραν την εκτυφλωτική του
λάμψη
μια ψευτιά απέστρεψε
το βλέμμα του στο έδαφος
Μια βαρεμάρα
κατάντησε η γλύκα μου
συνήθεια προβλέψιμη ανία
κινήσεις άνετες
επίπλαστη υπερένταση σκιά
παλιού φωτός
απομεινάρι, σκήνωμα.
Έβγαλε νύχια και δόντια
η αγάπη μου
χύνει το δηλητήριο
στη μεγάλη πληγή
ένα τυφλό όρνιο
τρώει το πτώμα μας
Έγινε άλαλη πηγή.

Οι κακομοίρηδες

(Αντιγραφή από παλιά σημείωση)

Σε κάτι ταινίες συνήθως αμερικάνικες, υπάρχουν κάποιοι ήρωες πρώην φιλήσυχοι οικογενειάρχες ή κάποιοι μπάτσοι που για λόγους αυτοδικίας ή «αντιποίησης αρχής » παίρνουν σβάρνα τον υπόκοσμο και εκδικούνται για το «βιασμό» ή το «θάνατο» της γυναίκας τους, της κόρης τους, του παιδιού τους.
Όλα αυτά δεν είναι παρά μια εισαγωγή προς χάριν του ντεκόρ που θα στηθεί στη συνέχεια.
Ο υποψήφιος «εκδικητής» θα μας ξεναγήσει γνωρίζοντάς μας χώρους και ανθρώπους ενός κόσμου επιφανειακά κακού και απορριπτέου πλην όμως μαγικού και άκρως θελκτικού για τις ανάγκες τις ταινίας και των θεατών της.
Από που αντλεί ο «τιμωρός» τον μύθο του; Απ’αυτό που υποτίθεται πως μάχεται. Τον κόσμο της νύχτας, της παρανομίας και το περιθώριο.
Σκοτεινοί βρεγμένοι δρόμοι, αλήτες, πουτάνες, κακόφημα ξενοδοχεία, σκοτεινά μπαρ εύκολες γυναίκες, ναρκωτικά και πολλά άλλα συνθέτουν την ατμόσφαιρα της δράσης. Έτσι ικανοποιούνται δύο βασικές ανάγκες του θεατή, αυτή της δίψας για δικαιοσύνη και νίκη του καλού και αυτή της δίψας για περιπέτεια και ελευθερία. Έτσι οι φιλήσυχοι μικροαστοί έχουν την ευκαιρία για μια βόλτα στους χώρους των ονείρων τους, στους χώρους τους πιο σκοτεινούς και τελικά ποθητούς.
Είναι οι φαντασιώσεις που ποτέ δεν θα τολμούσαν να πραγματοποιήσουν, τα μπαρ, τα μπουρδέλα, τα γκέτο, η δύναμη, η πραγματική ζωή και οι εκπλήξεις. Έτσι λοιπόν επιστρατεύεται ως άλλοθι ο «καλός» που μπαίνει στον κόσμο του περιθώριου και γίνεται ένα μ’αυτό (για να μην τον γνωρίζουν!) παίζοντας θαυμάσια με τους κανόνες αυτής της πλευράς.
Γιατί βέβαια η ζωή του φιλήσυχου οικογενειάρχη καμιά ικανοποίηση δεν προκαλεί στους θεατές οι οποίοι σαν τέτοιοι και αυτοί, έχουν την τάση όταν φαντασιώνονται να δραπετεύουν προς παρόμοιες κατευθύνσεις. Προς την πραγματική ζωή, τα πάθη, το απρόβλεπτο.
Να δραπετεύουν βεβαίως μέσα απ’ τις ταινίες (τι άλλο;) οι οποίες εδώ παίζουν (αυτές και άλλες) το ρόλο της ονείρωξης, γιατρεύοντας (μπαλώνοντας) μια πληγή που άνοιξαν οι ίδιοι κάποτε στην ψυχή τους... 

Μια μέρα

Σήμερα έχω μια ενέργεια που δεν ξέρω τι να την κάνω. Όλη μέρα πάω κι έρχομαι σαν τη σβούρα. Πιάνω το μπουζούκι παίζω τις ασκήσεις, τις παίζω από Λα, από Σολ, από Σι, από Ντο, από Ρε. Επιταχύνω τον μετρονόμο, τις ξαναπαίζω γρήγορα, τον επιταχύνω κι άλλο… Τον επιβραδύνω να το βγάλω πιο καθαρό, το βγάζω, τον ξαναεπιταχύνω. Το αφήνω, πάω στην κουζίνα, τρώω κάτι λίγο, κάνα αμύγδαλο, καμιά σταφίδα, πάω στο σαλόνι, ανοίγω την τηλεόραση, το πρωί έχει τελείως μαλακίες, «καλά» που σήμερα έχει και το σεισμό στην Ιταλία, βλέπω λίγο, βαριέμαι, την κλείνω. Πιάνω πάλι το μπουζούκι, ξαναπαίζω τις ασκήσεις, πιάνω κάνα τραγουδάκι, το παίζω κι αυτό, το ξαναφήνω. Βγαίνω έξω, κάνω μια βόλτα στο τετράγωνο, ξαναμπαίνω στο σπίτι, σήμερα βαριέμαι να κατέβω Αθήνα, το κάνω σχεδόν κάθε μέρα, δεν έχει πια νόημα και γούστο, άλλωστε δεν έχω τίποτα να ψωνίσω, ναι βέβαια, ψωνίζω στην Αθήνα, στην Αθηνάς, μ’ αρέσει εκεί, βρίσκω τα πάντα και φτηνά, χώρια που είναι και ωραία να βολτάρει κανείς σ’ αυτά τα μέρη. Σήμερα δεν έχω μαγείρεμα, έχω φασολάδα από χτες, πάω στην κουζίνα και την αδειάζω σε δυο πιάτα, ένα για μένα και ένα για την Α. όταν επιστρέψει. Βάζω το ένα στο ψυγείο, τα φαγητά που έχουν ντομάτα είναι πάντα επίφοβα να χαλάσουν, το άλλο το αφήνω έξω να φάω αργότερα. Πλένω την κατσαρόλα, το καπάκι, και την κουτάλα, δεν χρειάζεται πια. Πλένω και μισό μαρούλι, να το ‘χω έτοιμο για μετά. Πλένω τα χέρια μου, φεύγω απ’ την κουζίνα. Πάω στο διάδρομο, κάνω λίγο μονόζυγο, τεντώνω τα μουδιασμένα μου μέλη, το παρατάω, πάω πάλι και πιάνω το μπουζούκι, μετά πάλι λίγο τηλεόραση, πάλι οι σεισμοί, ξαναπιάνω το μπουζούκι προσπαθώ να δουλέψω λίγο κάνα δικό μου κομμάτι, βαριέμαι, ξαναπιάνω τις ασκήσεις. Τα παρατάω και πάω σαλόνι, παίρνω το τουμπελέκι, παίζω ένα ρυθμό, δεν μ’ αρέσει ο ήχος του κρουστού μέσα στο άδειο σπίτι, το αφήνω. Κάθομαι στο πι σι, χαζεύω λίγο Ίντερνετ, ακούω κάτι τραγούδια, προσπαθώ να τα βγάλω στο μπουζούκι, τα αφήνω. Κοιτάω την αλληλογραφία, τίποτα, όχι ότι περίμενα και τίποτα δηλαδή. Γράφω αυτό το ποστ και σε λίγο θα αρχίσω τις ετοιμασίες για το γεύμα. Η φασολάδα είναι ένα φαγητό που σηκώνει πολλά συνοδευτικά, βάζεις ότι γουστάρεις, ελιές, τυρί, σαρδέλες, ρέγγα, κάνα κομμάτι κρέας αν έχεις, σαλάμι, παστουρμά, σύγκλινο, κρεμμύδι, σκόρδο, και γενικά ότι τραβάει η όρεξή σου. Εγώ σήμερα θα τηγανίσω λίγο κοτόπουλο που μου ‘μεινε από προχτές, συν ελιές, συν τυρί, συν σκορδάκι. Μ’ αυτό το φαΐ βέβαια, πίνει και κρασάκι που σε βοηθάει να κοιμηθείς μετά. Το λίγο, γιατί με το πολύ κρασί, σε αντίθεση με ότι πιστεύεται, δεν κοιμάσαι καλά. Ξεραίνεσαι αμέσως, αλλά ο ύπνος δεν είναι καλός, είναι ανήσυχος. Πάω να βάλω μπρος.
Αυτά.

Υ.Γ. Το παρόν γράφτηκε σε άλλο μπλογκ πριν από 2 χρόνια περίπου