Αυτό είναι το πρώτο μέρος ενός διηγήματος που δεν τέλειωσε ποτέ. Ίσως κάποτε τελειώσει, αλλά μέχρι τότε (και άν...), καλό είναι κι αυτό το κομμάτι. Είναι προφανές πως κατά βάση στηρίζεται σε αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Καρδίτσα - Αθήνα
Καρδίτσα - Αθήνα
Το μεγαφωνάκι του σταθμού τσίριζε ένα παλιό παραπονιάρικο λαϊκό. Ο χρόνος είχε σταματήσει μαζί με τα μπαμπάκια , τις ιτιές, τα σιτάρια και τη ζέστη. Παιδί όταν ερχόμουν Καζαντζίδη και Μιχαλόπουλο άκουγα, τα ίδια ακούω και τώρα. Είναι ένας ήχος βγαλμένος απ’ τον κάμπο, αυτός και κάτι δημοτικά καινούρια μαζί με χαλβά Φαρσάλων, τεράστιες ευθείες και ισιώματα. Μια πλήρης ακινησία κι' αποχαύνωση με έχει καθηλώσει στο σταθμό να περιμένω το τρένο που ως συνήθως έχει καθυστέρηση.
Οι γραμμές εκτείνονται εκατέρωθεν στο χάσιμο, φέρνοντας φαντασιώσεις για άγνωστους μακρινούς τόπους και σταθμούς μυστήριους και τρένα με καπνούς και ομίχλες, κατ' άλλους όμως οι μεν οδηγούν στην Αθήνα και οι δε στη Θεσσαλονίκη, ενώ κάτι αγριόχορτα δίπλα στις ράγες σειόνταν και λυγιόνταν υποταγμένα στη μοίρα τους και έχοντας αποφασίσει εδώ και καιρό ότι δεν έχουν πουθενά να πάνε.
Θυμάμαι πού παιδί στη Θεσσαλία έβλεπα στους σταθμούς καραγκούνες με τοπικές ενδυμασίες, με καλάθια με κότες και τέτοια, και άντρες με μεγάλα μουστάκια και τραγιάσκες, τώρα χάθηκαν, μόνο τα τραγούδια έμειναν, μυστήριο, μάλλον τους έμειναν οι κασέτες και αδιαφορούν να τις αλλάξουν γιατί όταν βάζουν ράδιο όλο και κανένα σουξέ ακούς, Σαρή, Δημητρίου, Γαρμπή, Μητροπάνο, κάνα κουλτουριάρικο...
Το τρένο αργούσε, το' παν και τα μεγάφωνα, μ' αρέσει που το λένε και έτσι είναι σαν να καθαγιάζεται, να νομιμοποιείται η καθυστέρηση, κάτι το επίσημο που αγοράζεις μαζί με το εισιτήριο για το ταξίδι και απέμεινα να κοιτάζω τις ράγες παιδεύοντας έναν φραπέ που είχε χάσει εδώ και ώρα και τον αφρό και τα παγάκια και την καφένια του υπόσταση.
Δίπλα μου κάτι ντόπιοι μαζί με δυό τρεις σιδηροδρομικούς τρώγανε σουβλάκια και λουκάνικα πίνοντας παγωμένες μπύρες και δεν έτρεχε τίποτα. Αν μ’ αρέσει κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι που δεν έχουν άγχος, μιλάμε τελείως καραπουτσαριό, ο κόσμος να καίγεται αυτοί στον κόσμο τους, δεν χαλάν τη ζαχαρένια τους, όλα γίνονται αργά και ράθυμα, ειδικά τα μεσημέρια το καλοκαίρι πέφτει μπόμπα και έξω δεν κινείται τίποτα. Το βράδυ τιγκάρουν οι καφετέριες, τα μπάρ και οι ψησταριές (εδώ δεν έχουν πέραση τα πολιτιστικοέτσι) και τρώνε τόσο κρέας (κάθε μέρα) όσο δεν έφαγαν γενιές και γενιές προγόνων τους. Κάτι η βιομηχανία κρέατος, κάτι το κατοχικό σύνδρομο (δεν το πολυπιστεύω), κάτι το νεοπλουτίστικο σύνδρομο του καλοπερασάκια, (το πολυπιστεύω), οδήγησαν τον κόσμο να βάζει γκαζόν στους κήπους αντί για ντομάτες και να τροφοδοτεί με καρδιοπαθείς χοληστερονούχους το Ε.Σ.Υ. και το νομαρχιακό νοσοκομείο
Αυτή τη φορά είχα καθίσει πολύ καιρό στο χωριό. Πολύ καιρό για μένα, που συνήθως βαριόμουνα πάνω στο τριήμερο και έπαιρνα των οματιών μου κι’ έφευγα σαν κυνηγημένος από ένα μέρος που το μόνο που με συνέδεε ήταν το ότι εκεί γεννήθηκα. Αυτό και κάτι ψιλοαναμνήσεις απ’ τα πολύ παιδικά χρόνια, κάτι παιχνίδια στο δρόμο κάτω απ’ τη λάμπα της ΔΕΗ, κάτι βράδια που κοιμόμασταν έξω με τη μάνα μας και κοιτάγαμε τα αστέρια και γενικά τέτοιες ιστορίες ρομαντικές και ευτυχισμένες. Και κουρνιαχτό, πολύ κουρνιαχτό, θυμάμαι μέσα σε μια ζέστη ανυπόφορη μ’ έναν παγωτατζή να περνάει φωνάζοντας «έβγα παγωτά» κι’ εγώ να νομίζω πως φώναζε σε κάποιον Παγωτά να βγει (ο Παγωτάς, του Παγωτά), είναι ο καιρός που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις λέξεις και τις έννοιες, δεν είναι παράξενο, πολλά τέτοια μπερδέματα γίνονται σ’ αυτή την ηλικία, απλώς δεν καταλάβαινα γιατί φώναζε στον εαυτό του να βγει αφού ήταν ήδη έξω, γιατί ήξερα πως αυτός είναι ο Παγωτάς αφού μας πούλαγε παγωτά. Μισό παγωτό ένα πενηνταράκι, πράγμα που εμείς τότε το θεωρούσαμε απολύτως φυσικό και δεν μας πείραζε καθόλου (να είναι μισό το παγωτό), πράγμα στο οποίο συνέτεινε και το μαχαιράκι που είχε πάντα μαζί του ο παγωτάς ούτως ώστε να κόβει το ξυλάκι στα δύο. Ο μεν έπαιρνε το μισό παγωτό του στο ξυλάκι, με το μισό ξυλάκι να ορθώνεται άσκοπα γυμνό και ο άλλος στο σακουλάκι του παγωτού.
Όμως τώρα τι να κάνεις εδώ. Εκτός απ’ τη γαλήνη που με πιάνει όταν έρχομαι και κάθομαι στον κήπο με την κληματαριά και τα λουλούδια κι’ όλα αυτά τα σχετικά, γαλήνη για την οποία έχω καταλήξει ότι οφείλεται σε ασυνείδητες μνήμες μιας ευτυχισμένης ηλικίας, δεν ξέρω πια κανέναν, όχι πως ήξερα και ποτέ δηλαδή και δεν λέει να πάς στο χωριό σου να κάθεσαι να μπεκροπίνεις στα μπαρ μόνος σου. Στην Αθήνα είναι αλλιώς, σε παίρνει να το κάνεις αυτό, δεν τρέχει και τίποτα, άλλωστε είναι πολλοί στο έτσι στυλ, ξέμπαρκοι, μα εδώ όλοι έχουν τις παρέες τους, χώρια που νομίζω πως με κοιτάνε περίεργα και μπορεί και να κοιτάζουν γιατί σου λέει τι είναι αυτός τώρα από πού μας ήρθε. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα να είσαι τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα, να αισθάνεσαι τέτοια οικειότητα και τόση μοναξιά, και ξένος.
Πάνω που είχα αρχίσει να ψιλοβαριέμαι και οι τύποι με τα σουβλάκια και τις μπύρες άρχισαν να μου σπάνε τα νεύρα φάνηκε το τραίνο. Το τραίνο που θα με πήγαινε στην Αθήνα κι’ από κει ένας θεός ξέρει που γιατί ξεκίναγα λέει για διακοπές ή μάλλον για ένα ταξιδάκι του τύπου «όπου βγει» χωρίς πρόγραμμα, όπως πρέπει άλλωστε.
Το τραίνο τσίριξε στις ράγες και κάτι σταθμάρχες σέρνονταν κουνώντας κάτι ταμπελάκια δικαιολογώντας το μισθό τους. Οι επιβάτες λιγοστοί, κι’ εγώ από χρόνια μαθημένος στα τραίνα, τον μεγάλο μου έρωτα στα μέσα συγκοινωνίας, ήδη είχα κοζάρει το βαγόνι δίπλα στο μπαρ και ανέβαινα τη μικρή σιδερένια αναδιπλούμενη σκάλα μέσα σε μυρωδιές από λάδια, πλαστικίλα και τσιγάρα από κάτι φαντάρους που κάπνιζαν στο διάδρομο. Βρήκα μια καμπίνα άδεια, πέταξα μέσα μια τσάντα που κουβάλαγα έβγαλα και το μπουφάν και γραμμή για το μπαρ. Επειδή ο καφές που σερβίρουν τα ελληνικά τραίνα είναι νερόπλυμα, έχω πάντα μαζί μου φακελάκια νες καφέ και τον ενισχύω. Το σιδερένιο τέρας συνέχισε την προκαθορισμένη πορεία του σφυρίζοντας και εγώ απολάμβανα τον καφέ μου αραχτός δίπλα στο παράθυρο.
Ξαφνικά τον είδα. Ήταν καμιά εβδομηνταριά χρονών, ψηλός, λεπτός, με γκρίζο γενάκι και διαπεραστικά μάτια. Κοίταξε ερευνητικά το βαγόνι του μπαρ για καμία θέση, μέχρι που τα μάτια του καρφώθηκαν στο τραπέζι μου. Ήταν βλέπετε η μοναδική άδεια θέση σ’ όλο το μπαρ αν εξαιρέσει κανείς κάτι υπολείμματα στα μεγάλα τραπέζια με τις έξη θέσεις, ο τύπος όμως προφανώς αποφάσισε πως ήταν προτιμότερο να καθίσει σε μια κανονική αυτόνομη θέση σε τραπέζι για δυο, παρά να φάει στη μάπα τις φύρδην μύγδην παρέες από φαντάρους, γύφτους, επαρχιώτες, φοιτητές κ.ο.κ., που συνωστίζονταν στα μεγάλα τραπέζια...
«Είναι ελεύθερη η θέση?»
«Παρακαλώ, καθίστε»
Η φωνή του ήταν βαριά, μπάσα που λέμε και το πρόσωπό του ευγενικό. Έδειχνε καλλιεργημένος άνθρωπος με αδρά χαρακτηριστικά που σίγουρα είχε περάσει πολλά στη ζωή του, ενώ το ντύσιμό του ήταν απλό με ρούχα κάπως φθαρμένα αλλά σε σωστούς χρωματικούς συνδυασμούς, ένα χαρακτηριστικό μιας γενικότερης αισθητικής αντίληψης των πραγμάτων που έχουν κάποιοι άνθρωποι...
Ακούμπησε τον καφέ του στο τραπέζι και άναψε τσιγάρο. Παλιά κλασική μάρκα, άφιλτρα, ο τύπος ανήκε σ’ αυτούς που δεν το γύρισαν στα φίλτρα κάποια στιγμή στη ζωή τους (γιατί παλιά όλοι τέτοια κάπνιζαν), ενώ ένας επίμονος τσιγαρόβηχας μαρτυρούσε πως μάλλον το είχε πάρει απόφαση να μην το κόψει ποτέ. Ρουφούσε τον καφέ του καπνίζοντας δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, τα δέντρα έτρεχαν προς τα πίσω, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό.
Δεν προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι στα τρένα, γι αυτό του μίλησα εγώ πρώτος
«Αθήνα πάτε;»
«Αθήνα», απάντησε μονολεκτικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου