Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Tώρα Τώρα Τώρα (υπερλεξιστικό)

Τώρα που μπήκε άνοιξη
σαμάρια βουλεμάτα
κιτίραμπι παράνυφα
όλο 'μορφιά γιομάτα

Αουραγκοντάγκος φρικασέ
σημύδες στη πλατεία
γειά και χαρά σου μενεξέ
κιμπάρι τα λιθίγια

Ούλα φασούλα ούλα τα
φατσούλα και φασούλα τα
ητάν η επιτάλατα
ταρατατού κι' ανάλατα

Άνοιξη (ποίημα)

Κι' ήταν εκείνες οι στιγμές
θεσπέσιες...
θανάτου φίλημα !
σαν η καρδιά αναταράσσεται
στις μελωδίες
κείνο το δείλι διάλεξες
κείνο το βλέμμα
να προσπερνά ασταμάτητο
χαμένο καρφωμένο
στα άνθη
στις προσταγές της άνοιξης
κείνο το δείλι διάλεξες
κείνο το βλέμμα
να φύγεις
να χαθείς
μακριά στο ξέθαμπο

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Κατσίκια (ποίημα)


Κατσίκια

Κλείνουμε τις πληγές μας
ψήνοντας
κατσίκια
σε αυλές
με ψησταριές
Κρυφοί καημοί
μπαλώματα
κι εσώτεροι
μαύροι αναστεναγμοί
Μία ζωή στις συμβάσεις
πρέπει να μάθουμε να ζούμε
με τις συμβάσεις
Ανάψτε τη φωτιά
σκαλίστε το μαγκάλι
ρίξτε τη θλίψη σας
ψήστε την
Όλα θα τα διορθώσει το κρασί
Ζωνάρι κόκκινο
Αχ βρε Μαρία...

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Η μόνη επανάσταση που μπορεί να έχει κάποια αξία, είναι να κάνει κανείς καλύτερο τον εαυτό του. Πριν προσπαθήσει να "αλλάξει τον κόσμο", να αλλάξει πρώτα ο ίδιος. Αλλιώς θα κάνει μια τρύπα στο νερό. 

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Φως εκ φωτός (τραγούδι)


Φως εκ φωτός
Έχω τελείως τρελαθεί στην αγκαλιά σου
μ'εχεις γεράσει πριν ακόμα γεννηθώ
ασφυκτικά μ' έχουν σκεπάσει τα φτερά σου
λες και δεν φτάνουν τα φαρμάκια που περνώ

Μου' χεις γυρίσει το κεφάλι μέσα έξω
διέξοδο δεν βρίσκω πουθενά
σε λίγο θα το ρίξω στη θρησκεία
για να’ βρει η ψυχή παρηγοριά

ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ!
R.1
Τα όμορφα τα γαλανά σου μάτια
που έχουν τη δύναμη του πλάστη εκεινού
ψυχή γονατισμένη και σε σάλτο
αιώνια τ'αμπέλια τ' ουρανού

R2
Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς
και ψεύτικη η ζωή μας
κι' ο χάρος είναι ψεύτικος
κι' η κάθε αλυσίδα


(Το στιχούργημα εμπεριέχει συνειδητά, δυο αυτούσια στιχάκια του Μάρκου Βαμβακάρη
και ένα του Μανώλη Ρασούλη) 

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Νερό (ποίημα)

Τι κάνουμε ;
Μια τρύπα στο νερό
Έχει το νερό τρύπες ;
Έχει
Πόσες ;
Όσο πονάει το στομάχι
Τι είναι το νερό ;
Αυτό που είδες  κάποτε
Είναι το νερό άνθρωπος ;
Είναι ο άνθρωπος νερό
και ο γάιδαρος επίσης
Τι είναι το νερό ;
Ένα ποτήρι κρύο νερό
 Μια ξύλινη σκάφη
 Δυο μάτια
Ένα λάστιχο
Πόσο είναι το νερό ;
Δεν ξέρω, είναι ;
Γιατί είναι ;
 Δίψασα

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Τραίνο παλιακό (τραγούδι)





Παίρνω τραίνο απ' τα παλιά
και πετάω στα ψηλά
στις στοές και στις πηγές
και στις θάλασσες του χτες
καταπράσινα τα στάχυα
και για κύματα μπαμπάκια

Παίρνω τραίνο παλιακό
με μπαράκι τσίλικο
ο καφές σε πλαστικό
και η μπύρα εξακό *
που πηγαίνω που με πάει
στη ζωή τι ξεκινάει

Παίρνω το τραίνο από βραδύς
να βρω το νόημα της ζωής
μα η ζωή μου κάνει νόημα
το ταξίδι είναι το νόημα

(* τότε που η μπύρα στα τραίνα έκανε 600 δρχ.)

Σαν όνειρο (τραγούδι)


Σαν όνειρο απ' τα παλιά
έρχεσαι πάλι μπροστά μου
και με παίρνεις να πάμε
πέρα στα βουνά
Είσαι γλυκιά μουσική
είσαι ωραίο τραγούδι
ένα αιώνιο δέντρο
μέσα στη σιωπή

Ένας μεγάλος σεισμός
και γω ο αντιδραστήρας
ένας μεγάλος κρατήρας
μετά τον χαλασμό
θα χάσκει εμπρός
θα κολυμπάει μες το φώς
όλα θα έχουν σκορπιστεί
μα εγώ δεν θα' μαι μοναχός

R.
Έλα να πάμε μακριά
σε θάλασσες και σε χωριά
να περπατήσουμε σε πόλεις φωτεινές
να ξαναβρούμε τα παιδιά

Ζεϊμπέκικο

Οι παλιοί καιροί
κι οι στρατιώτες
χάσαν τη μάχη
Νύχτα στα βουνά
βγαίνουν και χορεύουν
μονάχοι

Θέλω να πάω (ποίημα)


Θέλω να πάω σ' ένα καφενείο.
Εκεί να πιω τον πρωινό καφέ
και να διαβάσω την εφημερίδα
Όχι σ'αυτό με τα φρικιά της μόδας
ούτε στο άλλο με τις κοπελίτσες
και τη μουσικούλα
Θέλω να πάω σ' ένα καφενείο
με Υπόσταση Ολόσωμο Γεμάτο
καπνούς και άνεργους
γερόντια και παράξενους
και τρελαμένους να έχει σόμπα
πετρελαίου η άλλη αδιάφορο
εγώ αξύριστος και βρώμικος
κανείς να μην κοιτάζει.
Σε ένα τέτοιο καφενείο
θέ να πάω
μία γωνιά να εύρω να καθίσω
προς το παράθυρο ει δυνατόν
να βλέπει θάλασσα
άσπρη απ' την ομίχλη
και ένα δρόμο να γυαλοκοπάει
απ' τα βροχόνερα κι' έτσι
καθώς οι κούρσες θα περνούν
πίσω απ' το τζάμι τα λάστιχα
ν' ακούω με τις σταγόνες
να συνθλίβονται στους λασπωτήρες
Εκεί θέλω να πάω.

Είναι η τρέλα; (ποίημα)

Είναι η τρέλα
ένα βραχυκύκλωμα;
Κάτι σαν μούδιασμα
σε ορθάνοιχτα μάτια,
μία αγκύλωση χεριού
μιά πίσσα να κολλάει
την ανάσα;
Κάτι σαν σάπια μπερδεμένα
μουχλιασμένα καλώδια,
τρέχα να βρεις τι γίνεται
πού είναι η είσοδος,
η ζωογόνος ενέργεια
η όρθια στάση,
το ξελαμπικάρισμα
Θα’ θελα μια ξεκάθαρη σχεδίαση
ένα γαλάζιο φως
Οι άσπροι καπνοί
το επιδεινώνουν
κρύβουν την έξοδο
Είναι η τρέλα τραύλισμα;
Άτσαλο τρεμόπαιγμα
στα χείλη και στα βλέφαρα;
Ένα φτερούγισμα;
.............................................
Ελάτε δάκρυα να ξεπλύνετε
ελάτε να μάσετε τα χώματα
τα νέφη, τον κουρνιαχτό
αλλά εσείς όποτε θέλετε έρχεστε
τώρα κρυφτήκατε βαθιά
γίνατε μαύρη στρογγυλή λίμνη
γίνατε βάρος
             κοφτές ανάσες
                                  κάψιμο
                                            τέλος.
                    

Άηχο Ντέφι (ποίημα)

Γιορτής πιτσιρικάδων
έκθαμβα βλέμματα
δεν επαρκούν
ν' αρχίσει ο χορός
Το ντέφι άηχο
σα μουσκεμένο
ο Φοίβος χωρίς καλύβα
ο αρκουδιάρης χωρίς τελετή
Κρεμαστό το ραβδί
εκπεσόντων αυτοκρατόρων
σκήπτρο
στις λάσπες πεταμένο
μπρός στο μουσούδι
του κτήνους
Αρκούδα θλιβερή
με της μαϊμούς την πλάτη
έστω και έτσι Δώσε
την τελευταία παράσταση
για του κτήνους τη μοίρα
των δασών γενίτσαρος
της πόλης θιασώτης
προσμένει το πρόσταγμα
σαν κάποιους άλλους
πριν από χρόνια
να Εγερθεί βελάζοντας
φωνή να βγάλει
σκοπεύοντας τ' άστρα.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Μία μέρα

Αυτή η μέρα δε λέει να περάσει
καθώς και οι άλλες
και οι επόμενες
συνεχώς ξημερώνει
συνεχώς να νυχτώνει
Μην τα σκεφτείς αυτά, περάσανε
τότε
τα κύματα ήταν παρηγορία
τώρα
τσιγάρα απανωτά
έχεις για συνοδεία
Αυτή η μέρα δε λέει να περάσει
ήρθε κιόλας το βράδυ

Το πουλί βγαίνει από τ' αυγό παλεύοντας (ποίημα)


Το πουλί βγαίνει από τ' αυγό παλεύοντας
(H.Hesse)                                      

Tα ωραία πράγματα, φιλάρα
που άξιζαν να σταθούμε λίγο
έως σήμερα
αδέξιοι ερασιτέχνες εξερευνητές
απάνω τους να σκύψουμε
μας την κοπάνισαν
Αερικά γινήκανε
φαντάσματα της ειρωνείας
Τίποτα
Απ' άλλους κόσμους έρχονται
καμιά φορά μεσάνυχτα
σαν τα καλεί πικρό χαμόγελο
και κουρασμένα μάτια
ίσα να πυρπολήσουν
την τωρινή αθλιότητα.
Ύστερα φεύγουν μακριά
αφήνοντας στάχτες
στιγμιαίας έκλαμψης
και ένα ανοιχτό παράθυρο
για να πετάξει το πουλί
το κέλυφος παλεύοντας
θα σπάσει.
Ένα ωραίο μαυροκίτρινο πουλί
θα φύγει σπεύδοντας
για τους παλιούς λογαριασμούς.
Όπως καταλαβαίνεις τώρα
έχει πολλή δουλειά να κάνει
Κι' ύστερα
αφού τη δίψα του χορτάσει
μ' ένα φτερό ίδιο σπαθί
ψηλά θ' ανέβει.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Το έργο

  Ανοιγόκλεισε τα μάτια και κοίταξε με απορία τον τοίχο προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.Χωρίς δεύτερη σκέψη σαν από ένστικτο τράβηξε μέχρι πάνω τα σκεπάσματα και ξαναβυθίστηκε στο σκοτάδι. Ήταν όλοι μαζεμένοι και κοίταζαν μια νέα σύνθεση στην αυλή του πατέρα του. Όλα τα σπίτια γύρω είχαν συνθέσεις.
Άνθρωποι σοβαροί συναθροίζονταν σε ομάδες ενώ άλλοι πηγαινοέρχονταν στους φαρδείς δρόμους μέσα σε ένα φώς απόκοσμο πού έμοιαζε λίγο με απόγευμα  πρίν τη δύση του. Φαινόταν κάτι σοβαρό να συμβαίνει πλήν όμως και καθημερινό μια που τίποτα δεν πρόδινε άγχος και πανικό.
 « Να αυτό εδώ είναι πολύ καλό τραγούδι.» Εξηγούσε κάποιος κάνοντας ζωηρές κινήσεις ,  «μοιάζει με άστρο αλλά βασικά είναι μια μηχανή στη σύλληψη. Μια παλιά ραπτομηχανή ίσως. Αυτή η επανάληψη, η ομοιόμορφη επανάληψη των εμβόλων στο ίδιο θέμα προδικάζει τη μορφή του έργου η οποία θα ήταν εντελώς διαφορετική αν αλλάξουμε απλώς το γρανάζι. Όλη η ευφυία συνίσταται στην επιλογή του ΦΑ δίεση, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος».
Τα σχήματα ήταν πολλά μέσ’ τις αυλές , τα χωράφια, σε κάτι τάφους... Προχώρησε και λίγο παρακάτω συνάντησε άλλο ένα πηγαδάκι γύρω από μια σύνθεση.
« Η συνεχής ροή σαν χαρακτηριστικό...» μονολογούσε ένας γκριζογένης κουνώντας περισπούδαστα το κεφάλι, έχοντας καρφωμένα τα μάτια του σε κάτι πού έμοιαζε με βρύση. Μια βρύση όμως απ’ τις παλιές , πέτρινη με πολύ νερό πού κυλώντας άφηνε ξοπίσω του πράσινη λάσπη χωρίς τον παραμικρό ήχο.
 Τα κύματα διαδέχονταν το ένα το άλλο με μια λεπτομέρεια αξιοθαύμαστη στα ύψη και στα πλάτη, αν και όπως μου εξήγησε αργότερα ο γκριζογένης σημασία είχε ένας μικρός χάρτης που σχηματίζονταν σε επανάληψη και που δεν είχε σχέση με την ορμή, τα πλάτη και τη συχνότητα, παρά μόνο με τις αποστάσεις που είχαν τα πετραδάκια στο βυθό και που κάθε τόσο μετατοπίζονταν για να επανέλθουν στην αρχική τους θέση λίγο αργότερα.
« Είναι μια μελωδία αγαπητέ μου, - κατέληξε ο γκριζογένης - που συνοδεύεται απ’ τον αέρα. Αυτός είναι υπεύθυνος.»
Όμως ήδη την προσοχή του είχε τραβήξει ένα περίπλοκο μηχανολογικό κατασκεύασμα γεμάτο όρθιους άξονες, ελατήρια, τροχούς, μαύρα έμβολα, χιλιάδες πυράκια ολόγυρα, όλα ατσάλινα και μαύρα μέσα σε μιάν οσμή από ορυκτέλαιο και σκόνη. Ο συνθέτης κοίταζε το έργο του ακίνητος. Μόνο ένα υπομειδίαμα διέκρινες στην κατά τα άλλα παγερή και κάπως τρελαμένη ματιά του.
Οι άνθρωποι εδώ ήταν όλοι καθισμένοι αμφιθεατρικά, άλλοι σοβαροί, άλλοι χασκογελώντας ψιθυριστά, περιμένοντας όλοι  -όπως μαθεύτηκε αργότερα - τους χορευτές.
Προχώρησε και λίγο παρακάτω σ’ ένα λιβάδι συνάντησε κύκνους που ήσυχα κολυμπούσαν στο χορτάρι και μόνο κάτι άλογα φτεροκοπώντας μέσα στις ιτιές χαλνούσαν τη μακάρια γαλήνη τους. Εδώ δεν συνάντησε συνθέσεις, ούτε τραγούδια ούτε τίποτα εξόν από κάτι αγάλματα, άλλα όρθια, άλλα σπασμένα μέσ’ τα χόρτα καθώς και πολλά βατράχια, πυγολαμπίδες και κουκουβάγιες πάνω στα κλαριά.
« Πού είναι το έργο ; » ρώτησε τον Γκιώνη
« Ποιο έργο ; » αποκρίθηκε αυτός βαριεστημένα
« Το έργο, η σύνθεση...»
« Α! το έργο!» έκανε ο Γκιώνης γελώντας ηλίθια και ξύνοντας την καράφλα του.
 Αμέσως μετά τον κοίταξε με βλέμμα φιδιού, Έχιδνας, λέγοντάς του
« Δεν κατάλαβες φίλε, είσαι μέσα στο έργο.»
Δεν ξαναείπε τίποτα. Απλά προχώρησε μέσα στους κύκνους πού τον κοίταζαν ειρωνικά και τότε άρχισε να τρέχει χωρίς ούτε ο ίδιος να ξέρει γιατί, ώσπου ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς σκοντάφτοντας πάνω σε μια ταφόπλακα.
Τότε άνοιξε τα μάτια του και είδε το καντήλι. Είχε κολλήσει στη μύτη του καίγοντας ένα φώς ίδιο βιολί, και βγάζοντας πηχτούς καπνούς σαν βιολοντσέλο χόρευε ένα χορό άγνωστο μα και τόσο γνωστό... Παραδίπλα μια μαρμάρινη πλάκα κάτι έγραφε.
Ένας πρωτόγνωρος φόβος τον κατέλαβε και όταν διάβασε το μάρμαρο στρατιές από μυρμήγκια κάλπασαν στη ραχοκοκαλιά του.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ > Ρέκβιεμ για ορχήστρα εγχόρδων
                             σε ΛΑ ύφεση ελάσσων. Τα μέρη
Ραπτομηχανή - Κρήνη - Συμφωνία - Ολοκλήρωση - Ανυπαρξία.

Έμεινε παγωμένος και ακίνητος κοιτάζοντας το τελευταίο μέρος, και το καντήλι πού τώρα χόρευε ξέφρενα, απλώνοντάς του ένα χέρι ίδια φωτιά. Αυτός τότε το πήρε και ουρλιάζοντας « Μα τι χορός είν’ αυτός ;» άρχισε να χορεύει με απόλυτα αρμονικές κινήσεις έναν μαγικό εξαίσιο χορό μπαίνοντας σιγά σιγά στην καρδιά της φλόγας καθώς μια αβάσταχτη γαλήνη και ευτυχία τον έπαιρνε μακριά σε κάτι γνωστό... σε κάτι ζεστό, υγρό και άπειρο...
...............................................
Ξανακατέβασε τα σκεπάσματα αφήνοντας το φώς να διαπεράσει το κεφάλι του. Εκείνο το πρωί ο καφές είχε διαφορετική γεύση...

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Άνευ σημασίας (ποίημα)


Δρόμοι της νύχτας αδειανοί
από φως
στέκονται
περιμένοντας
τους άλλους φίλους
με τ' άδεια μάτια
και μυαλά κρυμμένα
πίσω από μάσκες
και μαλλιά στα πρόσωπα
Όλοι αυτοί
παραμυθιάζουν την αλήθεια
νομίζοντας
πως έχουν πλαίσιο
τουλάχιστον
συνέχεια
εμπιστοσύνη
Μέσ'  τη  στεγνή  ψυχή
σταλάζουν εξελίξεις
πιστεύοντας
στον κύκλο
το ζεστό
το χνώτο
του μαζί.
Παρ' όλο
που ο καθένας
μέσα του
κοιτάει
τη δόλια του ζωή
που τόσο δα κρατάει
όσο και η ζωή του καθενός
Θάνατος, θάνατος
σύμβουλος τρομερός
όσο και μαύρος αδερφός
αναποφεύκτως
Όταν το λείο δέρμα σας ζαρώσει
όταν ξεφύγετε απ' αυτή την ηλικία
που παραμύθι στάζει στις ψυχές σας
συνεκτικό
ζεστό
προσγειωμένο
Σαν τα σημάδια της φθοράς σας κατακλύσουν
αυξάνοντας συνειδητά την υποψία
Αν λέω,
σκεφθείτε κάτι πέρα απ' το χορό σας
όσο κι' από το τι κάνουμε σήμερα
μην κλάψετε πικρά
ανώφελα
με συντριβή
δεν έχει νόημα
Σκεφθείτε μόνο τη ζωή σας
για όλα εκείνα που διστάσατε
(λες και ποτέ θα ξανανθίζατε)
Μα κι' έτσι όλα πού έγιναν τι τρέχει ;
Ανώφελο να κυνηγάς οφθαλμαπάτες
οπ' είναι όλες άνευ σημασίας.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Έγινα λαϊκιστής (τραγούδι)

Έγινα λαϊκιστής
εγώ για το χατίρι σου
γύφτος παραμυθατζής
γ’ αυτό πρέπει να σκεφτείς

Τι καλά που θα’ τανε
χρεία αν δεν είχαμε
όλα θα είχανε χτιστεί
με ατσάλινη ηθική

Τώρα πια τα τάληρα
σαν βροχή θα τρέχουνε
και η επιτυχία πια
θα γεμίζει τον τορβά

Μια θυσία στο θεό
είναι πράγμα ιερό
μα αυτή του Μαμωνά
θα μου κλέψει τη χαρά

Μα μια μέρα θα χαθώ
απ’ τον κόσμο τον κακό
που ζητάει προδοσίες
θέλει αβάσταχτες θυσίες

Έγινα λαϊκιστής
και ποιος να’ ναι ο νταβατζής
ποιος να είναι η αιτία
η ανάγκη και η βία

Δεν πονά (τραγούδι)

Δεν πονά

Όλα τέλειωσαν πια
και σε θάψανε βαθιά
όλα πέρασαν πια
κι' η καρδιά σου δεν πονά
Ήταν όλη η ζωή
μια υπόθεση βαριά
ένας πόνος βαθύς
που δεν είχε γιατρειά
Τώρα είσαι καλά
σε λιβάδια δροσερά
χωρίς λύπη στεναγμό
όλα αυτά είναι για δω
Όλα πέρασαν πια
κι’ η καρδιά σου δεν πονά
μεσ’ τη φωτεινή γιορτή
θα ‘ναι όλα τα παιδιά

«Για μια βασική ελληνική δισκοθήκη» Δέκα χρόνια πριν...


Κάποτε (το 2000), από κάποιο έντυπο μου είχε ζητηθεί ένα αφιέρωμα για μια βασική ελληνική δισκοθήκη, τα "ων ουκ άνευ" της ελληνικής μουσικής, τι μου είχε ζητηθεί δηλαδή, εγώ το πρότεινα και με το ζόρι το δέχτηκαν γιατί το "έντυπο" ήταν ψιλογάμησέ τα. Εγώ τα έγραφα, εγώ τα διάβαζα... Πήρα κι εγώ σβάρνα τις εταιρίες και ζήταγα εξώφυλλα, είχα και αρκετούς δίσκους, πήγα τους φωτογράφισα και έβαλα στη σειρά καμιά σαρανταριά δίσκους, πιο πολλοί δεν χωρούσαν. Επειδή υποτίθεται πως το αφιέρωμα απευθύνονταν σ' όλους τους Έλληνες, έβαλα και πράγματα που δεν μ' αρέσουν ιδιαίτερα όπως π.χ. ο Χιώτης, ενώ δεν έβαλα άλλα βασικά, όπως π.χ. τα Σμυρναίικα, τα περισσότερα πάντως μ' αρέσουν. Επίσης, αν ξανάκανα κάτι τέτοιο, με περισσότερο χώρο και πιο εξειδικευμένα, το αποτέλεσμα θα ήταν τελείως διαφορετικό και πολύ πιο πλούσιο...

«Για μια βασική ελληνική δισκοθήκη»
Κάτι το millennium, κάτι το νέο έντυπο, η νέα εκατονταετία στρέφει το πρόσωπό της στην παλιά και της ζητάει το λογαριασμό. Για να ξέρουμε πού βαδίζουμε πρέπει να ξέρουμε τι έχουμε, ποια είναι τα δεδομένα, οι βάσεις μας... κι έτσι βαλθήκαμε να κάνουμε αφιέρωμα σε μια βασική ελληνική δισκοθήκη. Το εγχείρημα, τελικά, αποδείχτηκε δειγματοληπτικό και άκρως ενδεικτικό, γιατί πώς να χωρέσουν οι κορυφές, έστω, της ελληνικής μουσικής σε 30 - 40 δίσκους, δεδομένου ότι ξεκινά κανείς απ’ τα παραδοσιακά και καταλήγει στο ελληνικό ροκ και τις νέες τάσεις; Για το ρεμπέτικο π.χ. περιορισθήκαμε στον Μάρκο μαζί με κάποιες αναφορές, γιατί αλλιώς μόνο για το συγκεκριμένο θέμα θα θέλαμε βιβλίο... Έτσι μπορεί να το πάρει κανείς όπως θέλει: σαν βασική ελληνική δισκοθήκη, που σηκώνει όμως πολύ νερό και διεύρυνση λαβαίνοντας υπ’ όψιν και τα προσωπικά γούστα του καθενός, σαν ιστορικό οδοιπορικό σε δίσκους και μουσικές σταθμούς, ή σαν απλή αναφορά σε κάποιες φωτεινές στιγμές του συλλογικού εαυτού μας...

Δίσκοι του «Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής»

Τι θα κάναμε χωρίς τους «Δον Κιχώτες»; Χωρίς τους παθιασμένους και «ένθεους» οραματιστές; Ο Σίμων Καράς στόχευσε το ανέφικτο και πέτυχε το μέγιστο. Σαν το μυρμήγκι μάζεψε τους θησαυρούς, τα πολυτιμότερα κομμάτια της χαμένης ψυχής μας από κάθε γωνιά της Ελλάδας και μας τα πρόσφερε. Αφιέρωσε τη ζωή του στην αναστήλωση της «εθνικής μουσικής», της δημοτικής, αλλά και της βυζαντινής, και πέτυχε τόσα πολλά αφήνοντας πίσω του πανάξιους συνεχιστές. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως αν δεν υπήρχε ο Σίμων Καράς και ο σύλλογός του, σήμερα θα ξέραμε πολύ λιγότερα για την παραδοσιακή μας μουσική και ίσως στις εκκλησιές να ψέλναμε «ευρωπαϊκά». Αποκτήστε όλους τους δίσκους του «Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής».

Δόμνα Σαμίου: Έχε γεια Παναγιά

Ξυπνήστε μια Κυριακή, κατά προτίμηση ηλιόλουστη, καθίστε κοντά στο παράθυρο και ακούστε το δίσκο της Δόμνας. Η Δόμνα Σαμίου, μαθήτρια κι αυτή του Σίμωνα Καρά και κορυφαία ερμηνεύτρια -όπως και ερευνήτρια- έχει αφήσει έργο ανεκτίμητο. Με βυζαντινή ακρίβεια και φωνή που «σκοτώνει» σε τραγούδια από την Ήπειρο, τη Θράκη και τον Πόντο ως τη Ρούμελη, τη Μικρά Ασία, το Αιγαίο και την Κρήτη (όπως το «Γιάννη μου το μαντήλι σου», «Ρούσα παπαδιά», «Όσο βαρούν τα σίδερα», «Έχε γεια παναγιά»), σε ερμηνείες που το βαρύ και εσωτερικό διαδέχεται το πεταχτό και αλέγκρο και το ερωτικό, το πένθιμο και σπαρακτικό. Ένας δίσκος σταθμός για τη Δόμνα Σαμίου.


Κονιτόπουλοι: Θάλασσα και παράδοση με το Κονιτοπουλέικο.

Πρέπει να βρεθεί κανείς στο Αιγαίο και δη σε βάρκα απ’ αυτές με το μεγάφωνο που παίζουν νησιώτικα μεσοπέλαγα, μέσα σε κείνη την κρυστάλλινη θεϊκή διαύγεια, να δει πώς το βιολί πατάει ακριβώς πάνω στο λίκνισμα των κυμάτων, να δει πως συνθέτης και μαέστρος στα νησιώτικα τραγούδια είναι ο ίδιος ο Φοίβος, να δει μπροστά του τις σειρήνες να του παίζουνε τσαμπούνες για να τον ξεμυαλίσουν, και τέλος, ν’ ακούσει τα «νησιώτικα» από τους φυσικούς και αυθεντικούς εκφραστές τους σαν την Ειρήνη Κονιτοπούλου, με τον παλιό ελληνικό τρόπο στην εκτέλεση και την ερμηνεία, για να καταλάβει πόσο κρίμα είναι οι περισσότεροι Έλληνες να γνωρίζουν το είδος μόνο μέσα απ’ την επιφανειακή, εμπορική και εύπεπτη εκδοχή του Πάριου...

Κώστας Μουντάκης: «Αφιέρωμα στον μεγάλο Κρητικό»

Αν βρεθεί κανείς έστω και μια φορά σε γάμο ή πανηγύρι στην Κρήτη, ακούσει τον ηδονικό ήχο της λύρας, γευθεί την τοπική διάλεκτο και δονηθεί με τους χορούς και τα τραγούδια του τόπου που γέννησε το Δία, το πιθανότερο είναι πως θα κολλήσει. Αυτά τα πράγματα μαγνητίζουν και εγκλωβίζουν για πάντα τον ακροατή και κοινωνό τους. Αν θα έπρεπε να προτείνουμε κάτι απ’ την κρητική μουσική, τι άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός απ’ το μεγάλο δάσκαλο Κώστα Μουντάκη; Επιπροσθέτως ψάξτε για τους δίσκους των πρωτομαστόρων της Κρήτης, Μπαξεβάνη, Ροδινό, Φουσταλιεράκη, Σκορδαλό και οπωσδήποτε ανακαλύψτε (όσοι δεν τον ξέρετε) το δημιουργικό συνεχιστή αυτής της παράδοσης, Ψαραντώνη (ή Αντώνη Ξυλούρη...).

Παραδοσιακά τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στις ΗΠΑ τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα

Α! εδώ έχουμε φοβερά πράγματα... «Χάρη» στις συνθήκες πείνας και ανέχειας που έδερναν τον ελλαδικό χώρο στις αρχές του αιώνα, κάτι τύποι μετανάστευσαν στις ΗΠΑ μεταφέροντας μαζί τους λίγα συμπράγκαλα και βέβαια, τα τραγούδια τους. Εκεί βρήκαν διάφορες δουλειές που... αρμόζουν σε μετανάστες, αλλά βρήκαν και κάτι άλλο: τεχνολογία και εταιρείες κοπής δίσκων. Και εγένετο φως! Η ιστορική σύγκλιση και συνάντηση του ύστερου δημοτικού με το πρώιμο ρεμπέτικο, κατεγράφη στους αμερικανικούς δίσκους της εποχής. «Ανώνυμη» κυρίως δημιουργία, με κομμάτια-διαμάντια κάθε θεματολογίας και προέλευσης, όπως ο «Ντόκτορ», η «Υπόγα», το «Αρμενάκι», το «Κάηκε κι’ ένα σχολείο»... Μια συλλογή εκ των «ων ουκ άνευ» σε μια βασική ελληνική δισκοθήκη.

«Αφιέρωμα στο Μάρκο Βαμβακάρη»

Μια βραχνή, αδρή, δωρική και με μια κρυφή θλίψη φωνή, σκίζει την Ελλάδα του μεσοπολέμου και αργότερα τ’ αυτιά και τις ψυχές μας. «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Αντιλαλούν οι φυλακές», «Σύρα μου», «Το διαζύγιο», «Φραγκοσυριανή». Οι τίτλοι πέφτουν σαν ογκόλιθοι, είναι ο Μάρκος, ο πατριάρχης, η πιο γλυκιά πενιά, η αρχή του παντός... Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες και γενικά για το ρεμπέτικο, απλά ο Μάρκος το εμπερικλείει. Ο δίσκος είναι ενδεικτικός, υπάρχουν πολλοί, υπάρχουν και οι δίσκοι των άλλων μεγάλων, της θρυλικής «τετράδας της ξακουστής του Πειραιώς», του Μπάτη, του Δελιά, του Στράτου, αλλά και του Χατζηχρίστου, του Γιοβάν Τσαούς. Υπάρχουν, υπήρξαν, άρθρωσαν λόγο και τραγούδησαν αφήνοντάς μας άναυδους και έκπληκτους στα μαύρα μας τα χάλια...

Βασίλης Τσιτσάνης: 40 χρόνια Τσιτσάνης

Τώρα δηλαδή τι να πούμε για τον Βασίλη Τσιτσάνη! Απλά θα αναφέρουμε πως τον θεωρούμε έναν απ’ τους μεγαλύτερους συνθέτες του αιώνα ανεξαρτήτως είδους και χώρας... Αυτός ο μυστηριώδης Θεσσαλός ήρθε σαν κομήτης και άλλαξε το σύμπαν! Άφησε έργο που δεν νομίζουμε να ξεπεραστεί, τραγούδια που βρίσκονται σε καθενός το στόμα και γεφύρωσε όλη τη μαγκιά και ουσία του Ρεμπέτικου με το λαό και την μεγάλη αποδοχή. Κατέστησε ένα τραγούδι απύθμενης θλίψης, τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», ύμνο της Ελλάδας και τα τραγούδια του είναι σαν να ήταν πάντα εκεί με την τελειότητα και αμεσότητα των πραγμάτων που δεν «κατασκευάστηκαν» ποτέ, αλλά σμιλεύτηκαν μέσα στους αιώνες. Ο δίσκος είναι μια καλή συλλογή, παρότι υπάρχουν πάρα πολλοί, όπως και το CD Box 5 δίσκων με τα άπαντα, αν και δεν νομίζουμε να υπάρχει σπίτι στην Ελλάδα που να μην έχει κάτι από Τσιτσάνη...

Σωτηρία Μπέλου: «Τα ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλου»

Προσπαθήστε να ορίσετε την τραγουδίστρια... Αυτόματα έρχεται στο νου σας το «πακέτο», η εικόνα. Η γυναίκα, το ντύσιμο, το στυλ, η γοητεία, το σεξ απήλ και... η φωνή. Τώρα προς και για την εξόρυξη του ουσιώδους, αρχίστε να αφαιρείτε, ώσπου πάνω και πέρα απ’ όλα τα παρελκυόμενα να μείνει το καθαρό οινόπνευμα, δηλαδή η φωνή, το ζητούμενο, το πρώτο όργανο, η Σωτηρία Μπέλου. Είναι κάτι σαν ήχος από μεταλλικό βιολοντσέλο, κάτι σαν υπερκόσμιο ζεϊμπέκικο, ένα καθαρό και τρομακτικό συνάμα συναίσθημα που μας χτυπάει και ταξιδεύει προς τ’ άστρα...


«Η Μαρίκα Νίνου στου Τζίμη του Χοντρού»

Ήταν μια συνηθισμένη βραδιά του ’55 για τη Μαρίκα Νίνου και τον Βασίλη Τσιτσάνη, μια ακόμα βραδιά στο κέντρο του «Τζίμη του Χοντρού», εκεί στην Αχαρνών. Ο κόσμος γούσταρε και πέρναγε καλά ακούγοντας τα σουξέ της εποχής: τη «Γκιουλμπαχάρ», τα «Λερωμένα τ’ άπλυτα», τα «Μάνταλα», αμανέδες... Εκείνο το βράδυ ένας θαμώνας του μαγαζιού, κουβαλώντας μαζί του ένα περίεργο πράγμα, πήγε και τ’ ακούμπησε κοντά στην πίστα. Ήταν ένα μαγνητόφωνο... και κάπως έτσι ο άγνωστος ερασιτέχνης ηχολήπτης μας δώρισε τη μοναδική ζωντανή μαρτυρία, το μοναδικό «λάιβ» μέχρι εκείνη την εποχή, για το πώς ακούγονταν αυτά τα πράγματα εκτός δίσκου. Του χρωστάμε ευγνωμοσύνη.

Μανώλης Χιώτης: «30 χρόνια Χιώτης»

Δεν ξέρουμε αν όντως πρώτος ο Χιώτης κατασκεύασε το πρώτο τετράχορδο μπουζούκι, το σίγουρο είναι όμως πως αυτός το καθιέρωσε, αλλάζοντας την ιστορία του οργάνου και του λαϊκού τραγουδιού για πάντα. Θέτοντας αξεπέραστα στάνταρ δεξιοτεχνίας εισάγει καινά δαιμόνια στην ελληνική μουσική, διατηρώντας ταυτόχρονα τις ρεμπέτικες καταβολές του, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στα τραγούδια του που κάποια είναι πολύ κοντά στα παλαιά πρότυπα, ενώ άλλα επηρεασμένα από το λατινοαμερικάνικο μάμπο και άλλους μοντέρνους ρυθμούς και ενορχηστρώσεις της εποχής, χαρακτηρίζουν τον Χιώτη που όλοι γνωρίζουμε, κατατάσσοντάς τον -παρά τις όποιες αντιρρήσεις για τις καινοτομίες του- στους μεγάλους της ελληνικής μουσικής.

Απόστολος Καλδάρας: 30 χρόνια Καλδάρας

Μετά το πρώτο μισόκιλο όλα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο στην ταβέρνα. Μια γλύκα σου παίρνει την καρδιά, το μυαλό φεύγει, η παρέα καλή και από κάπου ακούγεται Καλδάρας: «Φέρτε μια κούπα με κρασί», «Μου σπάσανε το μπαγλαμά», «Στ’ Αποστόλη το κουτούκι», «Μην περιμένεις πια», «Συ μου χάραξες πορεία». Θέλετε κι’ άλλα; Αν ο Καλδάρας δεν είναι ο ορισμός του «λαϊκού», τότε τι είναι;

Άκης Πάνου: Τα μεγάλα τραγούδια

Τι θα μπορούσε να είναι ο καλλιτέχνης παρά ένα άτομο ευφάνταστο, ψυχικά πληθωρικό, με πάθη, εμμονές, με στιγμές μεγαλειώδεις, αλλά και χαμηλές και με πολύ πολύ πόνο; Τι θα μπορούσε να είναι ο Άκης Πάνου; Όταν τον ανακαλύψαμε κολλήσαμε... Οργώναμε τα βινύλια τις νύχτες (στον Άκη Πάνου αρμόζουν οι νύχτες) με τα τραγούδια του, όπως αυτός όργωνε τις ψυχές μας. Έτσι γίνεται με τα αληθινά πράγματα... Μη σας αποπροσανατολίζουν οι, πολλές φορές, άστοχες, πομπώδεις ενορχηστρώσεις του. Ακούστε το «Δώσ’ μου να πιω» και το «Ήταν ψεύτικα», νύχτα, πιωμένοι και απελπισμένοι. Έχετε μπροστά σας τον μεγαλύτερο εν ζωή (για πόσο ακόμα;) λαϊκό συνθέτη.

Στέλιος Καζαντζίδης: «3»

Ενδεικτικά αναφέρουμε το ιστορικό «3» με τα θρυλικά «Μαντουμπάλα», «Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή», «Υπάρχουν και καλά παιδιά», «Μια παλιά ιστορία», για να δηλώσουμε το αυταπόδεικτο, πως δηλαδή ο Στέλιος Καζαντζίδης, (μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση) είναι μακράν η μεγαλύτερη φωνή αυτού του τόπου και αυτού του αιώνα. Όσο για τη λαϊκή αποδοχή... ρωτήστε το λαό που ορκίζεται στο όνομά του και τον έχει κάνει εικόνισμα. (Κυριολεκτικά... βλέπαμε παλιά στα σπίτια φωτογραφίες του «Στελάρα» στα σκρίνια!). Δεν νομίζουμε πως άλλος ερμηνευτής έχει γνωρίσει τη λατρεία που γνώρισε ο Καζαντζίδης και δίκαια κατέχει, παρ’ όλες τις παραξενιές του και τις αντιρρήσεις για το «ηττοπαθές» της τάσης που εξέφρασε, την κορυφή του ερ-μηνευτικού βάθρου της χώρας.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης: «Η Ελλάδα του Γρηγόρη»

Αν ο Καζαντζίδης απευθύνεται κυρίως στο συναίσθημα κάνοντας τα δάκρυα να τρέχουν και τα πλήθη να παραληρούν, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μας μεταφέρει όλη τη δωρική, «όρθια» και αδρή στάση του ρεμπέτικου με μια φωνή που έγραψε τη δική της ιστορία και τοποθετείται μαζί με δυο τρεις άλλους στο ψηλότερο ερμηνευτικό επίπεδο του λαϊκού τραγουδιού, κάνοντας κάτι σημερινούς να ωχριούν. Η συλλογή περιέχει πολύ καλά κομμάτια, αποφεύγοντας κάποια άλλα άστοχα και μικρά για την ιστορία και το μέγεθος του Γρηγόρη Μπιθικώτση...

Μίκης Θεοδωράκης: «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη.

Δεν χρειάζονται συστάσεις. Σε μια συνάντηση γιγάντων, το 1960 ο μεγάλος Έλληνας ποιητής συναντά το μεγάλο Έλληνα συνθέτη και με ένα «θεϊκό» Γρηγόρη Μπιθικώτση, γεννιέται το διασημότερο έργο του Μίκη, το «Άξιον Εστί». Έστω και αν βαρεθήκαμε (και δικαίως), ν’ ακούμε «Ένα το χελιδόνι» και «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» από τους κάπηλους των μαζικών πολιτικών συγκεντρώσεων, το «Άξιον Εστί» παραμένει και θα παραμένει σημείο αναφοράς για τον Μίκη και τη χώρα.

Μάνου Χατζιδάκι: «Ο μεγάλος Ερωτικός»

Ίσως το καλύτερο και πληρέστερο έργο του Μάνου Χατζιδάκι, που γράφτηκε από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1972. Μια σειρά από κορυφαία μελοποιημένα ποιήματα και κείμενα για τον έρωτα, που αρχίζοντας με «Την Πρώτη Σταγόνα της Βροχής» του Οδυσσέα Ελύτη και μέσα από συγκλονιστικές δημιουργίες σαν το «Κέλομαί σε Γογγύλα» της Σαπφούς, και το «Έρωτα εσύ» από τη Μήδεια του Ευριπίδη, καταλήγουν στο εξαίσιο «Κραταιά ως θάνατος αγάπη» από το Άσμα Ασμάτων του Σολομώντος. Σ’ αυτό το μνημειώδες έργο η μουσική, όπως και ο έρωτας, δεν προσεγγίζονται καθόλου εύκολα και επιφανειακά αλλά με βαθύτητα, πληρότητα και θρησκευτι-κή ευλάβεια: «...κάτι σαν τους εσπερινούς Αγίων σ’ ερημοκκλήσια μακρινά με τη συμμετοχή φανταστικών αγγέλων, εραστών και εφήβων». Ένας διαχρονικός και μαγικός δίσκος.

Γιάννης Μαρκόπουλος - Νίκος Ξυλούρης: «Ιθαγένεια»

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος με την «Ιθαγένεια» του ’72 σε ποίηση Κ.Χ. Μύρη μας παραδίδει ένα θαυμάσιο έργο μιλώντας μας για την Ελλάδα. Με προεξάρχουσα την κρητική λύρα και τη φωνή του ανεπανάληπτου Νίκου Ξυλούρη και της Μέμης Σπυράτου, συνθέτει έναν κύκλο εκπληκτικών τραγουδιών πάνω σε βασικές αξίες, γεγονότα και θρύλους αυτού του τόπου. Αν και ο δίσκος έχει πάψει να κυκλοφορεί (αλλά κάτι ακούγεται για επανέκδοση) θυμίζουμε μερικά απ’ αυτά: «Γεννήθηκα», «Χίλια μύρια κύματα», «Παλληκαρού», «Ακούς να λένε στα χωριά». Ένας δίσκος κόσμημα.

Γιώργος Ζαμπέτας: «Ο πιο καλός ο μαθητής»

Τα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα τα χαρακτηρίζει απεριόριστη λυρικότητα και συναισθηματική αμεσότητα. Υπήρξε μεγάλος συνθέτης και άριστος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, που απ’ το 1952 έως το τέλος του, και χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ τη ζωογόνο πλάκα του, μας πρόσφερε κομμάτια άφθαστης ευαισθησίας όπως τα: «Κοντά στα ξημερώματα», «Με τον βοριά», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» και διδάσκει σε πολλούς για το πώς γράφονται τα καλά τραγούδια, γιατί όπως θα έλεγε κι’ ο ίδιος: «Τα εκατομμύρια δεν μπορούν να βγάλουνε ψυχούλα...»

«Ο Στράτος Διονυσίου τραγουδάει Άκη Πάνου»

Ο Στράτος... του «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» και του «Να είχα το κουράγιο» και «Του κόσμου το περίγελο». Ο τραγουδιστής θρύλος με τη βαριά «σπηλαιώδη» λαϊκή φωνή, γνώρισε όλη την αγάπη και την αποδοχή του κόσμου και ελπίζουμε να έφυγε ευχαριστημένος... Εδώ σε τραγούδια του άλλου τελευταίου μεγάλου, του Άκη Πάνου. Καταπληκτικός συνδυασμός, δεν βρίσκετε;

Διονύση Σαββόπουλου: «Φορτηγό» (66)

Με το «Φορτηγό» του ο Σαββόπουλος εισβάλλει στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας και αλλάζει το χάρτη. Ο «Έλληνας Ντίλαν» εισάγει το στυλ του «τροβαδούρου» και τη βραχνή φωνή του σε μια Ελλάδα που παραπαίει υπνωτισμένη εν μέσω χούντας, με τα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τα άσματα του Βοσκόπουλου, του Πάριου, του Νταλάρα, του Καλατζή και του Γιάννη Βογιατζή και δεν είναι τυχαίο πως τότε οι μεγάλες μάζες τον έλεγαν τρελό. Ταυτόχρονα συνδέει την Ελλάδα με τους διεθνείς προβληματισμούς (Βιετνάμ - Χιπισμός κλπ.) και ηγείται από τότε του μπολιάσματος της ελληνικής μουσικής με τα διεθνή ρεύματα της ψυχεδέλειας και του ροκ, (Το περιβόλι του τρελού - Μπάλος - Βρώμικο ψωμί) με ιδιοφυή τρόπο. Είναι η εποχή της αγωνίας, της μεγάλης δημιουργικότητας και της μεγάλης έμπνευσης του Διονύση, που σταδιακά και μέσα από αριστουργήματα σαν τη «Ρεζέρβα» και τα «Τραπεζάκια έξω», εξέπνευσε αφήνοντας στη θέση της τον σημερινό «ήρεμο», «ευχαριστημένο» και «εθνικό» Σαββόπουλο. Αλλά τελικά ίσως να μη γίνεται κι αλλιώς...


Απόστολου Καλδάρα: «Μικρά Ασία»

Ένας «ιστορικός» δίσκος που σφράγισε τις μνήμες μας εκεί στα 1972. Είναι το έργο του Απόστολου Καλδάρα για τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και προπομπός (α-πό τότε) της όποιας συμφιλίωσης των δύο λαών (εσύ Χριστό κι’ εγώ Αλλάχ κλπ.). Ακόμα το γεγονός πως τη «Μικρά Ασία» ερμηνεύουν στα πρώτα τους βήματα ο Γιώργος Νταλάρας και η Χάρις Αλεξίου -δύο πρόσωπα που συνεχίζουν κοντά 30 (!) χρόνια τώρα να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας- καθιστά τη «Μι-κρά Ασία» σταθμό για την ελληνική δισκογραφία.

Σταύρου Κουγιουμτζή: «Νάτανε το 21»

Δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί σ’ αυτό το αφιέρωμα ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Τα τραγούδια του τα έχουμε ακούσει ή σιγοτραγουδήσει όλοι και είναι πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Θυμίζουμε μερικά: «Πού’ ναι τα χρόνια», «Κάπου νυχτώνει», «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», «Το σακκάκι μου κι’ αν στάζει», «Τα μαύρα κοροϊδεύεις», «Το κόκκινο φουστάνι» και βέβαια το τραγούδι θρύλος του ’70: «Νάτανε το 21» από τον ομώνυμο δίσκο με τον Γιώργο Νταλάρα.

«Χρυσή δεκαετία του 60»

Για κάποιους... παλαιότερους αυτές οι συλλογές έχουν μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά τους και στη δισκοθήκη τους. Θα εγείρουν μνήμες σε κάποιους από ένα πάρτι, σε άλλους έναν παιδικό τους έρωτα και σε μερικούς άλλους μεγαλύτερους, διάφορες καταστάσεις απ’ τα κόλπα της εποχής. Αν και τα περισσότερα απ’ αυτά τα τραγούδια είναι διασκευές από ξένα (και πολλά Ιταλικά), εντούτοις λειτούργησαν καταλυτικά σε κείνα τα χρόνια, και χωρίς να γινόμαστε μελό, μόνο μ’ ένα νοσταλγικό χαμόγελο μπορεί να ακούσει κανείς το «Τρελοκόριτσο», «Το καλοκαίρι εκείνο» και το «Είσαι το κορίτσι π’ αγαπώ».

«Τα ωραιότερα τραγούδια της Αρλέτας»

Γιατί τα τραγούδια αυτής της τάσης που αποκαλούμε «Νέο Κύμα» είναι τόσο μελαγχολικά; Ίσως γιατί στην προσπάθεια να διαφοροποιηθούν απ’ τα λαϊκά και τον «επικό» Θεοδωράκη, προαισθάνονταν και τους συνταγματάρχες που έρχονταν... Αυτό το κύμα της χαμηλόφωνης εκφραστικής μπαλάντας πρόλαβε να μας δώσει τραγούδια άπειρης ευαισθησίας και σε ερμηνευτικό τουλάχιστον επίπεδο ποιος θα ήταν ο κυριότερος εκφραστής τους παρά η Αρλέτα;


Ζωντανοί στο Κύτταρο - Η «ποπ» στην Αθήνα

Ένα ιστορικό άλμπουμ-ντοκουμέντο, ηχογραφημένο στο πιο σημαντικό κλαμπ της δεκαετίας του 70, το «Κύτταρο». Σε ηχογράφηση του ’71, βρίσκουμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο στο ντουέτο «Δάμων και Φιντίας», τον Δημήτρη Πουλικάκο με τον «Εξαδάκτυλο» στο θρυλικό «Ξεχασμένο πηγάδι», τη Στέλλα Γαδέδη με τα Μπουρμπούλια στη «Μαύρη Θάλασσα» του Σαββόπουλου (ο Νιόνιος τότε ήταν ροκ), τους Σώκρατες στον «Ηλεκτρικό Σωκράτη» και τη Δέσποινα Γλέζου - πιτσιρίκα τότε - να τραγουδάει τα «Αποσμητικά» και τα «Επίκαιρα». Η γοητεία της αρχής των πραγμάτων...

Poll: «Poll»

Δεν νομίζουμε να υπήρξε ούτε ένας πιτσιρικάς το ’70 που να μην είχε παθιαστεί με τους Poll και τα τραγούδια τους. Οι Poll και οι Πελόμα Μποκιού ήταν οι «ποπ» εκφραστές της χίπικης τάσης στην Ελλάδα, με επιρροές από Βyrds και Crosby, Stills, Nash & Young οι πρώτοι, και κυρίως από Santana οι δεύτεροι. Στον ιστορικό πια δίσκο με το ταγάρι, ο Κώστας Τουρνάς, ο Ρόμπερτ Oυίλιαμς και ο Σταύρος Λογαρίδης μας μιλούσαν για το Χριστό, για λουλούδια, πηγές, αγάπη, ειρήνη, δικαιοσύνη, ισότητα και άλλα τέτοια ωραία. Κι’ όμως τότε στις νεανικές ψυχές ενστάλαξαν ιδέες που δεν πήγαν χαμένες αργότερα...

Δημήτρης Πουλικάκος: «Μεταφοραί - Εκδρομαί ο Μήτσος.

Ένα πρόβλημα με τις μεγαλεπήβολες ιδέες, είναι ότι όταν καταφέρνει κανείς να καταθέσει ένα μέρος τους, ανεβάζει τόσο τον πήχη, που απαιτεί μεγάλο κόπο και ικανότητες για να συνεχίσει, πόσο μάλλον να τις ξεπεράσει. Μ’ αυτό το έργο του ο Πουλικάκος καταθέτει ό,τι πιο προχωρημένο για τα μέτρα της εποχής στην ελληνική «ποπ και ροκ» πραγματικότητα. Μέσα σε μια υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα και στιχουργική, βρίσκουμε τον Ζάππα, την τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό, τη ροκ αισθητική, το ρεμπέτικο και όλου του κόσμου τις καλές ιδέες. Μοναδική μας ένσταση (και μεγάλο παράπονο) είναι ότι όλα τέλειωσαν εκεί σ’ αυτή την πρώτη προσπάθεια.

Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη: Η εκδίκηση της γυφτιάς

Ένα βαρύ κλίμα καθήκοντος, «και καλά» σοβαροφάνειας και ανέραστης «υπευθυνότητας» σκέπαζε τα πάντα στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Κι’ ο έρωτας; Το κορμί; Τα μεθύσια του χωρισμού; Υπέβοσκαν στο δικό τους κόσμο αναμένοντας τον καταλύτη. Και έρχεται ένας στίχος: «...Τα ιδεολογικά σου τα σουρώνεις με ουζάκι...» και «Τρελή κι’ αδέσποτη...» και «Μεροκάματο δεν θέλω» και «Κανείς εδώ δεν τραγουδά...»... Και ένα μπουζουκάκι... Όχι αυτό του ρεμπέτικου, ούτε το άλλο των έντεχνων. Ένα μπουζούκι «γύφτικο», που σειόταν και λυγιόταν στους ρυθμούς του σώματος και θύμιζε τον ήχο των εταιριών της Ομόνοιας... Ξένισε στην αρχή έτσι όπως έμπλεκε τον «ψαγμένο» στίχο με μελωδίες νταλγκαδιάρικες... Όμως ήταν θέμα χρόνου αυτός ο ήχος, αυτή η προσέγγιση να καθιερωθούν, όπως και οι δημιουργοί του, και να σταλάξουν βάλσαμο στις αποξηραμένες και στεγνές ζωές μας φέρνοντας τότε τα πάνω κάτω στο ελληνικό τραγούδι...

«Μια νύχτα με την Οπισθοδρομική»

Ένα κύμα σάρωσε απ’ άκρου εις άκρο την Αθήνα τότε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Ήταν η αναβίωση και η μαζική αποδοχή του ρεμπέτικου και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού. Οι κομπανίες και τα «ρεμπετάδικα» ξεφύτρωναν από παντού και τα μπουζούκια και οι μπαγλαμάδες, έδιναν κι’ έπαιρναν. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα δημιουργήθηκε και γνώρισε την επιτυχία η «Οπισθοδρομική Κομπανία», σχήμα με πιο γλεντζέδικο και λαϊκό προσανατολισμό . Σ’ αυτόν το δίσκο - ζωντανή ηχογράφηση απ’ το «Άλσος»- αποτυπώνεται όλο το κλίμα της εποχής, ενώ έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε (σε πιο πρώιμο ύφος) και μια φωνή που ξεπήδησε μέσα απ’ την «Οπισθοδρομική» και τιμά μέχρι σήμερα το ελληνικό τραγούδι. Αυτήν της Ελευθερίας Αρβανιτάκη.

Μάνου Λοΐζου: «Τα τραγούδια της Χαρούλας»

Το 1979 ο Μάνος Λοΐζος συνθέτει τα «Τραγούδια της Χαρούλας» σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη με ερμηνεύτρια τη Χάρις Αλεξίου. Είναι αυτό που λέμε ευτυχής συγκυρία, σωστό τάιμινγκ και οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κατάλληλη στιγμή. Με ένα Ρασούλη στα φόρτε του, έναν εμπνευσμένο Λοΐζο και μια Χαρούλα σκέτη απόλαυση να δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του δίσκου... «Όλα σε θυμίζουν», «Ο φαντάρος», «Γύφτισσα τον εβύζαξε», «Τέλι τέλι». Αν σας θυμίζουν τίποτα αυτά τα τραγού-δια...


Θάνου Μικρούτσικου: «Ο Σταυρός του Νότου»

«Έβραζε το κύμα του Γαρμπή / Ήμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη /Γύρισες και μου’ πες πως το Μάρτη / Σ’ άλλους παραλλήλους θα’ χεις μπει».
Η ποίηση του Νίκου Καββαδία μυρίζει καράβι, λαμαρίνα, αρμύρα, λιμάνια και γρασόλαδα. Με ένα συγκλονιστικό, διεισδυτικό λόγο γεμάτο εικόνες, μυρωδιές και εξωτικές - όσο και προσωπικές - καταστάσεις μας αποκαλύπτει έναν κόσμο ολόκληρο, αυτόν της θάλασσας των ναυτικών, αλλά και της δικής του μυθολογίας... Το ευτύχημα με τη μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου είναι ότι αφ’ ενός κράτησε τη μουσική σε αρκετά διακριτικό ρόλο, απλώς υπογραμμίζοντας εύστοχα το ποιητικό έργο αφήνοντάς το να ξεδιπλωθεί όσο αυτόνομα γίνεται μέσα στα όρια μιας μελοποίησης, και αφ’ ετέρου ότι μ’ αυτή του τη δουλειά στα τέλη της δεκαετίας του 70 έφερε τον Νίκο Καββαδία και την ποίησή του στα στόματα όλων μας.

Σταύρου Ξαρχάκου - Νίκου Γκάτσου: «Ρεμπέτικο»

Μια σειρά τραγουδιών γραμμένη για την ταινία του Κώστα Φέρρη «Ρεμπέτικο» έμελλε να γίνει το γνωστότερο και δημοφιλέστερο έργο του Σταύρου Ξαρχάκου. Τα τραγούδια τα ακούμε παντού: στα σπίτια, τις ταβέρνες, τις παρέες, τις ορχήστρες. Σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και με τις εξαιρετικές ερμηνείες της Σωτηρίας Λεονάρδου, του Τάκη Μπίνη, του Νίκου Δημητράτου, του Κώστα Τσίγκου, του Θόδωρου Πολυκανδριώτη και του ίδιου του Ξαρχάκου στο «Πρακτορείο», το «Ρεμπέτικο» μέσα από τα μάτια της Μαρίκας και των αλληλοδιαδεχόμενων φάσεων του ρεμπέτικου τραγουδιού μας ταξιδεύει σε ένα κομμάτι της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, με τραγούδια που έχουν γίνει κλασσικά και λειτουργούν αυτόνομα πέρα απ’ την ταινία.

Χειμερινοί κολυμβητές: «Χειμερινοί κολυμβητές»

«Τα κύματα της θάλασσας μου το’ πανε, αυτή η νύχτα μένει, για αύριο ποιος ξέρει...». Η διαπεραστική, οπερετική και καθ’ όλα αντιεμπορική - «αντιτραγουδιστική» φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή εισέβαλε στ’ αυτιά μας τότε το 81, αιτώντας αν μη τι άλλο την προσοχή μας. Αδρό ρεμπέτικο μπουζούκι, μπαγλαμάδες, τζουράδες, αλλά και Ιόνιο και άκρατος λυρισμός και βιολιά και μπάσο με δοξάρι ή χωρίς, σε περίεργες αντισυμβατικές ενορχηστρώσεις χωρίς προηγούμενο, και ένας λόγος καθαρά ποιητικός, γεμάτος εικόνες με μια θεματολογία σε άμεση σχέση με την προσωπική μυθολογία του σχήματος... Τώρα συνειδητοποιεί κανείς τι έκαναν τότε οι Χειμερινοί Κολυμβητές και τι δημιούργησε εκείνη η παρέα, μη ακολουθώντας την πεπατημένη και με μόνο γνώμονα τη δική τους αντίληψη των πραγμάτων...

Παύλος Σιδηρόπουλος & Σπυριδούλα: «Φλου»

Είναι τυχαίο που το μόνο χαρούμενο και ελπιδοφόρο κομμάτι του «Φλου» είναι το «Ξέσπασμα», παρακαταθήκη του παρελθόντος του Παύλου και της «χίπικης» αντίληψης περί ταξιδιών που «τρέχει ο άνεμος μπροστά»; Σε μια ανατριχιαστική αντιστοιχία, το ταξίδι και ο «ροκ τρόπος ζωής» του Παύλου Σιδηρόπουλου τον έβγαλε εκεί ακριβώς που έβγαλε χιλιάδες «δραπέτες των λεωφόρων» και το ίδιο το ροκ εν ρολ τελικά. Ο καλύτερος και σημαντικότερος δίσκος του ελληνικού ροκ, εμπεριέχει όλη αυτή τη μυθολογία που οι παροικούντες την... πλατεία γνωρίζουν πολύ καλά. Φυγή, αλκοόλ, ανεργία, ηρωίνη, μοναξιά, θλίψη, απόγνωση, θάνατος... Κατά τα άλλα... ο δίσκος έχει περάσει ήδη στη σφαίρα του μύθου, ταιριάζει θαυμάσια την ελληνική γλώσσα με το ροκ και ήταν μια... λάθος κίνηση για τη «Σπυριδούλα» που με τα τραγούδια του Παύλου έθεσε ένα στάνταρ που δεν ξεπέρασε ποτέ... Και να ξέρεις Παύλο, τα τραγούδια σου τα τραγουδάμε εδώ κάτω...

Τρύπες: «Τρύπες»

Με τον πρώτο τους δίσκο το ’85 οι «Τρύπες» και ο Γιάννης Αγγελάκας έρχονται απ’ τη Θεσσαλονίκη και εδραιώνουν μέχρι σήμερα την κυριαρχία τους στη νέα ελληνική ροκ σκηνή. Με άμεσα εκφραστικό και δυνατό ελληνικό στίχο, δεμένο ροκ ήχο και έναν αεικίνητο με μεγάλες δυνατότητες επικοινωνίας Αγγελάκα να «τα χώνει» επί σκηνής, έχουν ένα πιστό και φανατικό κοινό που δεν χάνει δίσκο και συναυλία τους. Κι’ εδώ η θεματολογία δεν ξεφεύγει απ’ τη... ροκ πεπατημένη: δρόμος, ταξίδια, περιθώριο, φρίκες, μπαρ και ο χορός καλά κρατεί...


Ο Σωκράτης Μάλαμας και οι «Άλλοι»

Μια νέα γενιά τραγουδοποιών πρόβαλε απαιτώντας την προσοχή μας την τελευταία δεκαετία. Η συνταγή παλιά και αποτελεσματική. Μπαλαντογεννείς, κιθαριστικές κυρίως συνθέσεις, επενδυμένες με ηχοχρώματα πολυποίκιλων τάσεων, άλλοτε στρέφονται προς ελληνικότερους τρόπους και ρυθμούς και άλλοτε προς άλλες κατευθύνσεις πιο ροκ, ή άλλες προσωπικές επιλογές. Ο Σωκράτης Μάλαμας αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα και είναι η πρώτη φορά μετά τον Σαββόπουλο, τον Ξυδάκη, και τους Χειμερινούς Κολυμβητές που κάτι αξίζει τον κόπο να το ακούσει κανείς. Εκτός του Μάλαμα, ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε στον πολύ καλό Θανάση Παπακωνσταντίνου, τους Συνήθεις Ύποπτους, τον Ορφέα Περίδη και τους (πιο παλιούς και πρωτοπόρους) αδελφούς Κατσιμίχα και Νίκο Παπάζογλου.

Αντί επιλόγου

Κάποτε τα πράγματα ήταν σαφώς πιο ξεκάθαρα. Οι «λαϊκοί» μισούσαν τους «γιεγιέδες», οι «γιεγιέδες» τους «λαϊκούς» και τους «βλάχους» (αυτούς που τους άρεσαν τα δημοτικά), οι ροκάδες έπαιζαν ξύλο με τους «καρεκλάδες» (οπαδούς της σόουλ), οι «κλασσικοί» δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτε απ’ όλα αυτά, οι εθνικές μουσικές περιορίζονταν στα... έθνη τους και όλοι ήξεραν ποιοι είναι και ποιος ο ρόλος τους. Σαφώς υπήρχαν και εξαιρέσεις αλλά ήταν μόνο... εξαιρέσεις και δεν επηρέαζαν το συνολικό κυρίαρχο κατεστημένο κλίμα. Καλό είναι που έπεσαν τα τείχη και ξέφτισαν οι ανόητοι διαχωρισμοί, αλλά μέχρι του σημείου όλοι πια να τα παίζουν όλα, στο βωμό του «έθνικ» και της σύγκλισης, χωρίς καμιά βαθύτητα και σεβασμό, με μόνα κάποια ηχοχρώματα να σηματοδοτούν μια δήθεν πολυσυλλεκτικότητα προς χάριν του κυρίαρχου ρεύματος της μόδας, υπάρχει μεγάλη απόσταση και είναι μια άλλη υπόθεση και ένα άλλο θέμα...


Αυτά από το μακρινό 2000 και τη μακρινή "καριέρα" μου - φάρσα στην δημοσιογραφία. scripta manent!

Ζωγραφική στο pc; Μια πρώτη προσπάθεια...


Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Καρδίτσα - Αθήνα

Αυτό είναι το πρώτο μέρος ενός διηγήματος που δεν τέλειωσε ποτέ. Ίσως κάποτε τελειώσει, αλλά μέχρι τότε (και άν...), καλό είναι κι αυτό το κομμάτι. Είναι προφανές πως κατά βάση στηρίζεται σε αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Καρδίτσα - Αθήνα

Το μεγαφωνάκι του σταθμού τσίριζε ένα παλιό παραπονιάρικο λαϊκό. Ο χρόνος είχε σταματήσει μαζί με τα μπαμπάκια , τις ιτιές, τα σιτάρια και τη ζέστη.  Παιδί όταν ερχόμουν Καζαντζίδη και Μιχαλόπουλο άκουγα, τα ίδια ακούω και τώρα. Είναι ένας ήχος βγαλμένος απ’ τον κάμπο, αυτός και κάτι δημοτικά καινούρια μαζί με χαλβά Φαρσάλων,  τεράστιες ευθείες και ισιώματα. Μια πλήρης ακινησία κι' αποχαύνωση  με έχει καθηλώσει στο σταθμό να περιμένω το τρένο που ως συνήθως έχει καθυστέρηση.
    Οι γραμμές εκτείνονται εκατέρωθεν στο χάσιμο, φέρνοντας φαντασιώσεις για άγνωστους μακρινούς τόπους και σταθμούς μυστήριους και τρένα με καπνούς και ομίχλες, κατ' άλλους όμως οι μεν οδηγούν στην Αθήνα και οι δε στη Θεσσαλονίκη, ενώ κάτι αγριόχορτα δίπλα στις ράγες σειόνταν και λυγιόνταν υποταγμένα στη μοίρα τους και έχοντας αποφασίσει εδώ και καιρό ότι δεν έχουν πουθενά να πάνε.
    Θυμάμαι πού παιδί στη Θεσσαλία έβλεπα στους σταθμούς καραγκούνες με τοπικές ενδυμασίες, με καλάθια με κότες και τέτοια, και άντρες με μεγάλα μουστάκια και τραγιάσκες, τώρα χάθηκαν, μόνο τα τραγούδια έμειναν, μυστήριο, μάλλον τους έμειναν οι κασέτες και αδιαφορούν να τις αλλάξουν γιατί όταν βάζουν ράδιο όλο και κανένα σουξέ ακούς, Σαρή, Δημητρίου, Γαρμπή, Μητροπάνο, κάνα κουλτουριάρικο...
    Το τρένο αργούσε, το' παν και τα μεγάφωνα, μ' αρέσει που το λένε και έτσι είναι σαν να καθαγιάζεται, να νομιμοποιείται η καθυστέρηση, κάτι το επίσημο που αγοράζεις μαζί με το εισιτήριο για το ταξίδι και απέμεινα να κοιτάζω τις ράγες παιδεύοντας έναν φραπέ που είχε χάσει εδώ και ώρα και τον αφρό και τα παγάκια και την καφένια του υπόσταση.
     Δίπλα μου κάτι ντόπιοι μαζί με δυό τρεις σιδηροδρομικούς τρώγανε σουβλάκια και λουκάνικα πίνοντας παγωμένες μπύρες και δεν έτρεχε τίποτα. Αν μ’ αρέσει κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι που δεν έχουν άγχος, μιλάμε τελείως καραπουτσαριό, ο κόσμος να καίγεται αυτοί στον κόσμο τους, δεν χαλάν τη ζαχαρένια τους, όλα γίνονται αργά και ράθυμα, ειδικά τα μεσημέρια το καλοκαίρι πέφτει μπόμπα και έξω δεν κινείται τίποτα. Το βράδυ τιγκάρουν οι καφετέριες, τα μπάρ και οι ψησταριές (εδώ δεν έχουν πέραση τα πολιτιστικοέτσι) και τρώνε τόσο κρέας (κάθε μέρα) όσο δεν έφαγαν γενιές και γενιές προγόνων τους. Κάτι η βιομηχανία κρέατος, κάτι το κατοχικό σύνδρομο (δεν το πολυπιστεύω), κάτι το νεοπλουτίστικο σύνδρομο του καλοπερασάκια, (το πολυπιστεύω), οδήγησαν τον κόσμο να βάζει γκαζόν στους κήπους αντί για ντομάτες και να τροφοδοτεί με καρδιοπαθείς χοληστερονούχους το Ε.Σ.Υ. και το νομαρχιακό νοσοκομείο
     Αυτή τη φορά είχα καθίσει πολύ καιρό στο χωριό. Πολύ καιρό για μένα, που συνήθως βαριόμουνα πάνω στο τριήμερο και έπαιρνα των οματιών μου κι’ έφευγα σαν κυνηγημένος από ένα μέρος που το μόνο που με συνέδεε ήταν το ότι εκεί γεννήθηκα. Αυτό και κάτι ψιλοαναμνήσεις απ’ τα πολύ παιδικά χρόνια, κάτι παιχνίδια στο δρόμο κάτω απ’ τη λάμπα της ΔΕΗ, κάτι βράδια που κοιμόμασταν έξω με τη μάνα μας και κοιτάγαμε τα αστέρια και γενικά τέτοιες ιστορίες ρομαντικές και ευτυχισμένες. Και κουρνιαχτό, πολύ κουρνιαχτό, θυμάμαι μέσα σε μια ζέστη ανυπόφορη μ’ έναν παγωτατζή να περνάει φωνάζοντας «έβγα παγωτά» κι’ εγώ να νομίζω πως φώναζε σε κάποιον Παγωτά να βγει (ο Παγωτάς, του Παγωτά), είναι ο καιρός που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις λέξεις και τις έννοιες, δεν είναι παράξενο, πολλά τέτοια μπερδέματα γίνονται σ’ αυτή την ηλικία, απλώς δεν καταλάβαινα γιατί φώναζε στον εαυτό του να βγει αφού ήταν ήδη έξω, γιατί ήξερα πως αυτός είναι ο Παγωτάς αφού μας πούλαγε παγωτά. Μισό παγωτό ένα πενηνταράκι, πράγμα που εμείς τότε το θεωρούσαμε απολύτως φυσικό και δεν μας πείραζε καθόλου (να είναι μισό το παγωτό), πράγμα στο οποίο συνέτεινε και το μαχαιράκι που είχε πάντα μαζί του ο παγωτάς ούτως ώστε να κόβει το ξυλάκι στα δύο. Ο μεν έπαιρνε το μισό παγωτό του στο ξυλάκι, με το μισό ξυλάκι να ορθώνεται άσκοπα γυμνό και ο άλλος στο σακουλάκι του παγωτού.
     Όμως τώρα τι να κάνεις εδώ. Εκτός απ’ τη γαλήνη που με πιάνει όταν έρχομαι και κάθομαι στον κήπο με την κληματαριά και τα λουλούδια κι’ όλα αυτά τα σχετικά, γαλήνη για την οποία έχω καταλήξει ότι οφείλεται σε ασυνείδητες μνήμες μιας ευτυχισμένης ηλικίας, δεν ξέρω πια κανέναν, όχι πως ήξερα και ποτέ δηλαδή και δεν λέει να πάς στο χωριό σου να κάθεσαι να μπεκροπίνεις στα μπαρ μόνος σου. Στην Αθήνα είναι αλλιώς, σε παίρνει να το κάνεις αυτό, δεν τρέχει και τίποτα, άλλωστε είναι πολλοί στο έτσι στυλ, ξέμπαρκοι, μα εδώ όλοι έχουν τις παρέες τους, χώρια που νομίζω πως με κοιτάνε περίεργα και μπορεί και να κοιτάζουν γιατί σου λέει τι είναι αυτός τώρα από πού μας ήρθε. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα να είσαι τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα, να αισθάνεσαι τέτοια οικειότητα και τόση μοναξιά, και ξένος.
      Πάνω που είχα αρχίσει να ψιλοβαριέμαι και οι τύποι με τα σουβλάκια και τις μπύρες άρχισαν να μου σπάνε τα νεύρα φάνηκε το τραίνο. Το τραίνο που θα με πήγαινε στην Αθήνα κι’ από κει ένας θεός ξέρει που γιατί ξεκίναγα λέει για διακοπές ή μάλλον για ένα ταξιδάκι του τύπου «όπου βγει» χωρίς πρόγραμμα, όπως πρέπει άλλωστε.
     Το τραίνο τσίριξε στις ράγες και κάτι σταθμάρχες σέρνονταν κουνώντας κάτι ταμπελάκια δικαιολογώντας το μισθό τους. Οι επιβάτες λιγοστοί, κι’ εγώ από χρόνια μαθημένος στα τραίνα, τον μεγάλο μου έρωτα στα μέσα συγκοινωνίας, ήδη είχα κοζάρει το βαγόνι δίπλα στο μπαρ και ανέβαινα τη μικρή σιδερένια αναδιπλούμενη σκάλα μέσα σε μυρωδιές από λάδια, πλαστικίλα και τσιγάρα από κάτι φαντάρους που κάπνιζαν στο διάδρομο.       Βρήκα μια καμπίνα άδεια, πέταξα μέσα μια τσάντα που κουβάλαγα έβγαλα και το μπουφάν και γραμμή για το μπαρ. Επειδή ο καφές που σερβίρουν τα ελληνικά τραίνα είναι νερόπλυμα, έχω πάντα μαζί μου φακελάκια νες καφέ και τον ενισχύω. Το σιδερένιο τέρας συνέχισε την προκαθορισμένη πορεία του σφυρίζοντας και εγώ απολάμβανα τον καφέ μου αραχτός δίπλα στο παράθυρο.
  Ξαφνικά τον είδα. Ήταν καμιά εβδομηνταριά χρονών, ψηλός, λεπτός, με γκρίζο γενάκι και διαπεραστικά μάτια. Κοίταξε ερευνητικά το βαγόνι του μπαρ για καμία θέση, μέχρι που τα μάτια του καρφώθηκαν στο τραπέζι μου. Ήταν βλέπετε η μοναδική άδεια θέση σ’ όλο το μπαρ αν εξαιρέσει κανείς κάτι υπολείμματα στα μεγάλα τραπέζια με τις έξη θέσεις, ο τύπος όμως προφανώς αποφάσισε πως ήταν προτιμότερο να καθίσει σε μια κανονική αυτόνομη θέση σε τραπέζι για δυο, παρά να φάει στη μάπα τις φύρδην μύγδην παρέες από φαντάρους, γύφτους, επαρχιώτες, φοιτητές κ.ο.κ., που συνωστίζονταν στα μεγάλα τραπέζια...
«Είναι ελεύθερη η θέση?»
«Παρακαλώ, καθίστε»
 Η φωνή του ήταν βαριά, μπάσα που λέμε και το πρόσωπό του ευγενικό. Έδειχνε καλλιεργημένος άνθρωπος με αδρά χαρακτηριστικά που σίγουρα είχε περάσει πολλά στη ζωή του, ενώ το ντύσιμό του ήταν απλό με ρούχα κάπως φθαρμένα αλλά σε σωστούς χρωματικούς συνδυασμούς, ένα χαρακτηριστικό μιας γενικότερης αισθητικής αντίληψης των πραγμάτων που έχουν κάποιοι άνθρωποι...
  Ακούμπησε τον καφέ του στο τραπέζι και άναψε τσιγάρο. Παλιά κλασική μάρκα, άφιλτρα, ο τύπος ανήκε σ’ αυτούς που δεν το γύρισαν στα φίλτρα κάποια  στιγμή στη ζωή τους (γιατί παλιά όλοι τέτοια κάπνιζαν), ενώ ένας επίμονος τσιγαρόβηχας μαρτυρούσε πως μάλλον το είχε πάρει απόφαση να μην το κόψει ποτέ. Ρουφούσε τον καφέ του καπνίζοντας δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, τα δέντρα έτρεχαν προς τα πίσω, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό.
  Δεν προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι στα τρένα, γι αυτό του μίλησα εγώ πρώτος
«Αθήνα πάτε;»
«Αθήνα», απάντησε μονολεκτικά. 

Ύμνος στον πατσά


Το πρώτο σοκ, το πρώτο άρπαγμα είναι η οσμή, ο αχνός. Η μύτη, τα χείλη, όλο το πρόσωπο τείνει να ενωθεί με τον αχνό, τον ψάχνει, τον δέχεται με ευγνωμοσύνη και απορία για τούτη την απρόσμενη ευχαρίστηση-πανδαισία δώρο, όλο το είναι σου, κεφάλι μάτια, ψυχή ευχαριστούν, ενώ μιά υποψία - πεποίθηση περί της επερχόμενης δεύτερης γιορτής εδραιώνεται.
Ύστερα έρχεται η πρώτη κουταλιά. Ζωμός εύγευστος και ουράνιος ρέει στον φάρυγγα ευεργετικά, ζεστά, καθησυχάζοντας, σκορπίζοντας ηδονή. Εκείνη η κόλα, η γεύση, η οσμή, η αίσθηση, γίνονται απτή ύλη, τα δόντια καρφώνονται, η ευγενική μάζα υποχωρεί, καταπίνεις, και είσαι ευτυχισμένος για ακόμα μιά φορά.

(Βεβαίως και αυτό γραμμένο στο τραπεζομάντηλο, που αλλού;)

Καλή (ξανα)αρχή!

Να που ξεκίνησα πάλι το περιοδικάκι... 3η προσπάθεια εν συνόλω. Το πρώτο με το ίδιο όνομα "ουκέτι Φοίβος", είχε προχωρήσει μέχρι που το έσβησα όλο (και χάθηκαν όλα δια παντός), πάνω σε μια κρίση πανικού! Το επόμενο με τον τίτλο "Agnostic", δεν προχώρησε, ούτε το μεθεπόμενο, το "Μπουζουξής". Έτσι λοιπόν ξαναγυρνάμε στο "Ουκέτι Φοίβος", Καλύτερα έτσι, ίσως αυτή η πρώτη ορμή βρει τον τρόπο να το κάνει να ξαναγεννηθεί και να μακροημερεύσει... Το όνομα είναι σημαδιακό και έχει πολλά επίπεδα ερμηνείας. Κατ' αρχήν Φοίβο έλεγαν το πρώτο μου καναρίνι. Κίτρινο, όμορφο και μουσικό σαν τον Φοίβο! Δεύτερον, η ίδια η φράση "Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν...", παρ' όλο που αμφισβητείται η αυθεντικότητά της, με εξιτάρει και μου βγάζει ένα παράπονο, να χτίσω έναν ιστότοπο για να 'χει ο Φοίβος - αλλά και γω - καλύβα. Και εδώ, όπου "Φοίβος" βάλτε τα πάντα, το φως του Ήλιου, τη μουσική, τις τέχνες, το μυστήριο, τη ζωή, την αλήθεια εν τέλει. Και που ξέρετε, αν γίνουν πολλές οι καλύβες, ίσως και να ξανατραγουδήσει η πηγή, ίσως και να ξαναμιλήσει η μάντις... Τρίτον, όπως έγραφα και σε ένα παλιό ημερολόγιο (χάρτινο αυτή τη φορά): "... Βρήκα την πέτρα, βρήκα τη χορδή και το τραγούδι κι έκατσα... Όταν θα ησυχάσει ο τόπος θα πάρω βαθιές ανάσες να μαζέψω ξύλα και χορτάρια να φτιάξω μια καλυβούλα. Θέλω να χτίσω εκκλησάκι - για ναούς έχουμε καιρό - , μέχρι να μην ξανάρθετε. Για τώρα τ' αναγκαία, μια καλυβούλα με χορταράκια, ίσα για να 'χει ο Φοίβος καλύβην. Εκεί μέσα θα είμαστε καλά. Και το πρωί με τις αχτίδες θα κάθομαι στην πέτρα εγώ και η χορδή... Για δες τι έκανα τόσον καιρό. Μάγια μου κάνατε..."
(Μια μέρα θα το αντιγράψω όλο αυτό το κείμενο - αλλά και άλλα - απ' το χάρτινο ημερολόγιο).
Έτσι λοιπόν. Έχει ιστορία η καλύβα. Μέσα χωράνε όλα και όλοι. Ας ελπίσουμε λίγο απ' το λάλον ύδωρ να τραγουδήσει στα χείλη μου, εεε... στο πληκτρολόγιο ήθελα να πω! 

Καλλιτεχνικά επαγγέλματα


(Αντιγραφή από παλιά σημείωση)

Καμιά φορά μέσα στο θολό, απατηλό και ανεξιχνίαστο αυτό πράγμα που ονομάζουμε ζωή, έρχεται ένα γεγονός, ένα συμβάν που αν μη τι άλλο ή μάλλον μαζί με τ’ άλλα παρελκυόμενα, την οδύνη, την απόγνωση, την τάση παραίτησης έρχεται να σου ανοίξει τα μάτια. Εν προκειμένω το άνοιγμα των ματιών, η αποκάλυψη των πραγματικά δρώμενων ταυτίζεται με την « πραγματικότητα » και η μέχρι πρότινος εκτίμηση με το φανταστικό για να μην πω με την φαντασίωση.
Εδώ το «ουδέν κακόν αμιγές καλού» ή το άλλο «κάθε εμπόδιο για καλό» αγγίζει τα όρια ίσως της απόδειξης ή τουλάχιστον της ελπίδας πραγμάτωσης του επιθυμητού.
Γιατί το άθροισμα των «για εδώ δεν κάνω» επιτρέπει να προσδιορίσει κανείς καλύτερα για που «κάνει». Όταν το αίτημα (το πιεστικό και αγχώδες αίτημα) για βιοπορισμό αυτή την πρωτογενή προϋπόθεση προς οποιαδήποτε εξέλιξη, προβάλει καθημερινά συνθλίβοντας, πιέζοντας, απογοητεύοντας κάθε «ανώτερη» εφαρμογή, λύση, ιδέα, προσδοκία, όταν με λίγα λόγια αναγκάζεται κανείς να κοιτάξει κατάματα αυτό που λέμε καθημερινότητα, επιβίωση, σκληρή πραγματικότητα, ελάχιστο αίσθημα ασφάλειας (προϋπόθεση) για τα περαιτέρω, όταν λοιπόν όλα αυτά σε οδηγούν σε λύσεις που ενώ ξέρεις, διαισθάνεσαι πως κάπου βρωμάνε, πιστεύεις πως είναι εφικτές, τότε έρχεται το προαναφερόμενο γεγονός ως αποκαλυπτική δύναμη να σου ανοίξει τα μάτια και να προδιαγράψει τη νέα πορεία αν είναι προτιμότερο. (Το προδιαγεγραμμένο άλλωστε δεν υπάρχει είναι ανέφικτο, καμιά πορεία δεν είναι σαφής στα επιμέρους, μόνο ο στόχος είναι και από εκεί και πέρα πολλές είναι οι απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις).
Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις στα πράγματα και αντίστοιχα πολλές πρακτικές. Ο άνθρωπος ο οποίος πλησιάζει, μαθαίνει, μελετάει, παθιάζεται, κατακτά, κατέχει (η έτσι νομίζει) ένα αντικείμενο τέχνης, ένα είδος όπως η μουσική ας πούμε ή η λογοτεχνία, ή ακόμα και η γνώση αυτή καθεαυτή στις πολλές της εκφάνσεις, όταν αυτός ο άνθρωπος λοιπόν νομίσει -τρομάρα του!- πως θα μπορέσει να βιοποριστεί, να «βρει δουλειά» στους χώρους που νομίζει συγγενείς..., ε! τότε έρχεται αυτό πού λέγαμε, το γεγονός, η κατραπακιά, η σφαλιάρα που με τη ζωογόνο της δύναμη (και εν αγνοία της βεβαίως), του ανοίγει τα μάτια.
Εδώ δυστυχώς (ή ευτυχώς) ο άνθρωπός μας έρχεται αντιμέτωπος με μια ομάδα - κατηγορία ανθρώπων, μια φάρα που παίρνοντας τα πιο αυθεντικά στοιχεία από ένα ιδίωμα, μια τέχνη, τα στοιχεία εκ των οποίων ο απόηχός τους και μόνο έχει τέτοια δύναμη που αρκεί για να απασχολήσει πολλές δεκαετίες τους ανθρώπους, να τους κάνει να τρέχουν σαν τις μύγες στη ζάχαρη, να απομυζούν τη θεία ουσία της (ή ότι έχει απομείνει) βιώνοντας βεβαίως τα υπολείμματα της αλλαγμένης, ξεφτιλισμένης και αλλού εδραιωμένης πια αυτής δύναμης και αλήθειας.
Στην προκειμένη περίπτωση οι άνθρωποι αυτής της φάρας λέγονται επαγγελματίες.
Κρατούν από την ζωογόνο δύναμη τον τύπο, την επιφάνεια, την φόρμα και έχοντας απολέσει όλη της την ουσία, όλη την αλήθεια και το πρωτογενές της κάλος, αναγάγουν αυτήν σε δουλειά ή δουλεία αν θέλουμε.
Όταν ένα ιδίωμα ή μια τέχνη αντιμετωπίζεται ως «δουλειά», ως κόντρα με τους «συνάδελφους», ως το τραγούδι μου και το τραγούδι σου, όταν δίνουν και παίρνουν τα φαρμακερά βλέμματα, τα υπονοούμενα, η καχυποψία, η επίρριψη ευθυνών προς πάσα κατεύθυνση εκτός του εαυτούλη μας, όταν ο ένας σκάβει το λάκκο του άλλου, όταν ο εγωισμός δεν νομίζω να βρήκε αλλού προσφορότερο έδαφος όπως στα «καλλιτεχνικά» επαγγέλματα (τραγουδιστές, ηθοποιοί κλπ), όταν δεν λέμε «σήμερα παίζουμε» αλλά «σήμερα δουλεύουμε», όταν αυτά και μύρια πόσα άλλα κυριαρχούν, Έ! τότε έρχεται το γεγονός, η σφαλιάρα που λέγαμε, να καταδείξει το χάος, την απύθμενη τάφρο που χωρίζει τον ειλικρινή μελετητή και ουσιαστικό καλλιτέχνη απ’ τη φάρα των επαγγελματιών.(Των συγκεκριμένων επαγγελματιών τουλάχιστον.)
Τότε όσες παραλλαγές και αν παίξει, όση καλή πρόθεση και αν επιδείξει, όση προσαρμοστικότητα, ευφυία, ευστοχία, τέχνη, είναι καταδικασμένος από τους ανθρώπους με τα βουλωμένα αυτιά και τη βουλωμένη ψυχή. Από τους ανθρώπους που αισθάνονται τόσο σίγουροι πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο έξω από αυτό που αυτοί ξέρουν, έχουν τροποποιήσει, κωδικοποιήσει για τη δουλειά βεβαίως και που οτιδήποτε ξένο προς αυτό το θεωρούν λάθος και άσχετο.
Και βέβαια δεν κάνεις. Όμως είπαμε. Η ίδια η καταδίκη εδώ είναι αποκάλυψη για το αλλού. Αν δεν κάνεις για εδώ (και καλά κάνεις που δεν κάνεις) κάνεις για άλλα καλύτερα, αληθινότερα, συναρπαστικότερα. Άλλωστε ο ερασιτέχνης είναι ο εραστής της τέχνης. Αντίποδάς του ο επαγγελματίας (Αυτός είναι ο γαμιάς της τέχνης.)

Υ.Γ. Το κείμενο γράφτηκε το '95 μονορούφι στό τραπεζομάντηλο του εστιατορίου "Μπαρμπα Γιάννης" όπου κατέφυγα να πιω ένα κρασί και να σκεφτώ, κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση και μετά από κάποια (τραυματική) επαφή με το είδος που περιγράφεται άνω...