Ανοιγόκλεισε τα μάτια και κοίταξε με απορία τον τοίχο προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.Χωρίς δεύτερη σκέψη σαν από ένστικτο τράβηξε μέχρι πάνω τα σκεπάσματα και ξαναβυθίστηκε στο σκοτάδι. Ήταν όλοι μαζεμένοι και κοίταζαν μια νέα σύνθεση στην αυλή του πατέρα του. Όλα τα σπίτια γύρω είχαν συνθέσεις.
Άνθρωποι σοβαροί συναθροίζονταν σε ομάδες ενώ άλλοι πηγαινοέρχονταν στους φαρδείς δρόμους μέσα σε ένα φώς απόκοσμο πού έμοιαζε λίγο με απόγευμα πρίν τη δύση του. Φαινόταν κάτι σοβαρό να συμβαίνει πλήν όμως και καθημερινό μια που τίποτα δεν πρόδινε άγχος και πανικό.
« Να αυτό εδώ είναι πολύ καλό τραγούδι.» Εξηγούσε κάποιος κάνοντας ζωηρές κινήσεις , «μοιάζει με άστρο αλλά βασικά είναι μια μηχανή στη σύλληψη. Μια παλιά ραπτομηχανή ίσως. Αυτή η επανάληψη, η ομοιόμορφη επανάληψη των εμβόλων στο ίδιο θέμα προδικάζει τη μορφή του έργου η οποία θα ήταν εντελώς διαφορετική αν αλλάξουμε απλώς το γρανάζι. Όλη η ευφυία συνίσταται στην επιλογή του ΦΑ δίεση, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος».
Τα σχήματα ήταν πολλά μέσ’ τις αυλές , τα χωράφια, σε κάτι τάφους... Προχώρησε και λίγο παρακάτω συνάντησε άλλο ένα πηγαδάκι γύρω από μια σύνθεση.
« Η συνεχής ροή σαν χαρακτηριστικό...» μονολογούσε ένας γκριζογένης κουνώντας περισπούδαστα το κεφάλι, έχοντας καρφωμένα τα μάτια του σε κάτι πού έμοιαζε με βρύση. Μια βρύση όμως απ’ τις παλιές , πέτρινη με πολύ νερό πού κυλώντας άφηνε ξοπίσω του πράσινη λάσπη χωρίς τον παραμικρό ήχο.
Τα κύματα διαδέχονταν το ένα το άλλο με μια λεπτομέρεια αξιοθαύμαστη στα ύψη και στα πλάτη, αν και όπως μου εξήγησε αργότερα ο γκριζογένης σημασία είχε ένας μικρός χάρτης που σχηματίζονταν σε επανάληψη και που δεν είχε σχέση με την ορμή, τα πλάτη και τη συχνότητα, παρά μόνο με τις αποστάσεις που είχαν τα πετραδάκια στο βυθό και που κάθε τόσο μετατοπίζονταν για να επανέλθουν στην αρχική τους θέση λίγο αργότερα.
« Είναι μια μελωδία αγαπητέ μου, - κατέληξε ο γκριζογένης - που συνοδεύεται απ’ τον αέρα. Αυτός είναι υπεύθυνος.»
Όμως ήδη την προσοχή του είχε τραβήξει ένα περίπλοκο μηχανολογικό κατασκεύασμα γεμάτο όρθιους άξονες, ελατήρια, τροχούς, μαύρα έμβολα, χιλιάδες πυράκια ολόγυρα, όλα ατσάλινα και μαύρα μέσα σε μιάν οσμή από ορυκτέλαιο και σκόνη. Ο συνθέτης κοίταζε το έργο του ακίνητος. Μόνο ένα υπομειδίαμα διέκρινες στην κατά τα άλλα παγερή και κάπως τρελαμένη ματιά του.
Οι άνθρωποι εδώ ήταν όλοι καθισμένοι αμφιθεατρικά, άλλοι σοβαροί, άλλοι χασκογελώντας ψιθυριστά, περιμένοντας όλοι -όπως μαθεύτηκε αργότερα - τους χορευτές.
Προχώρησε και λίγο παρακάτω σ’ ένα λιβάδι συνάντησε κύκνους που ήσυχα κολυμπούσαν στο χορτάρι και μόνο κάτι άλογα φτεροκοπώντας μέσα στις ιτιές χαλνούσαν τη μακάρια γαλήνη τους. Εδώ δεν συνάντησε συνθέσεις, ούτε τραγούδια ούτε τίποτα εξόν από κάτι αγάλματα, άλλα όρθια, άλλα σπασμένα μέσ’ τα χόρτα καθώς και πολλά βατράχια, πυγολαμπίδες και κουκουβάγιες πάνω στα κλαριά.
« Πού είναι το έργο ; » ρώτησε τον Γκιώνη
« Ποιο έργο ; » αποκρίθηκε αυτός βαριεστημένα
« Το έργο, η σύνθεση...»
« Α! το έργο!» έκανε ο Γκιώνης γελώντας ηλίθια και ξύνοντας την καράφλα του.
Αμέσως μετά τον κοίταξε με βλέμμα φιδιού, Έχιδνας, λέγοντάς του
« Δεν κατάλαβες φίλε, είσαι μέσα στο έργο.»
Δεν ξαναείπε τίποτα. Απλά προχώρησε μέσα στους κύκνους πού τον κοίταζαν ειρωνικά και τότε άρχισε να τρέχει χωρίς ούτε ο ίδιος να ξέρει γιατί, ώσπου ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς σκοντάφτοντας πάνω σε μια ταφόπλακα.
Τότε άνοιξε τα μάτια του και είδε το καντήλι. Είχε κολλήσει στη μύτη του καίγοντας ένα φώς ίδιο βιολί, και βγάζοντας πηχτούς καπνούς σαν βιολοντσέλο χόρευε ένα χορό άγνωστο μα και τόσο γνωστό... Παραδίπλα μια μαρμάρινη πλάκα κάτι έγραφε.
Ένας πρωτόγνωρος φόβος τον κατέλαβε και όταν διάβασε το μάρμαρο στρατιές από μυρμήγκια κάλπασαν στη ραχοκοκαλιά του.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ > Ρέκβιεμ για ορχήστρα εγχόρδων
σε ΛΑ ύφεση ελάσσων. Τα μέρη
Ραπτομηχανή - Κρήνη - Συμφωνία - Ολοκλήρωση - Ανυπαρξία.
Έμεινε παγωμένος και ακίνητος κοιτάζοντας το τελευταίο μέρος, και το καντήλι πού τώρα χόρευε ξέφρενα, απλώνοντάς του ένα χέρι ίδια φωτιά. Αυτός τότε το πήρε και ουρλιάζοντας « Μα τι χορός είν’ αυτός ;» άρχισε να χορεύει με απόλυτα αρμονικές κινήσεις έναν μαγικό εξαίσιο χορό μπαίνοντας σιγά σιγά στην καρδιά της φλόγας καθώς μια αβάσταχτη γαλήνη και ευτυχία τον έπαιρνε μακριά σε κάτι γνωστό... σε κάτι ζεστό, υγρό και άπειρο...
...............................................
Ξανακατέβασε τα σκεπάσματα αφήνοντας το φώς να διαπεράσει το κεφάλι του. Εκείνο το πρωί ο καφές είχε διαφορετική γεύση...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου